ΜΗ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ ή αλλιώς, γιατί δεν είναι καθόλου παράλογο να είσαι ταυτόχρονα δίπλα και απέναντι στις μετανάστριες

Η μαζική κίνηση μεταναστριών προς την Ευρώπη, καθώς και η -καθόλου τυχαία- επιλογή των θαλάσσιων ελληνοτουρκικών συνόρων ως βασικό πέρασμα προς αυτήν μας έφερε αντιμέτωπους με μια νέα πραγματικότητα. Στην πραγματικότητα αυτή, η διαχείριση των μεταναστών από τα ευρωπαϊκά κράτη σήμανε -ειδικότερα στην Ελλάδα- την άψογη σύμπλευση ενός φιλανθρωπικού προσωπείου με μια στρατιωτικού τύπου διαχείριση. Αποτέλεσμα αυτού, όπως συχνά έχουμε δει να συμβαίνει και σε πολλούς άλλους πολέμους που «γίνονται με σκοπό τη σωτηρία και τη φροντίδα κακόμοιρων πληθυσμών», ήταν να μπουν δυναμικά στην καθημερινότητά μας -και ακόμα περισσότερο στην καθημερινότητα των ίδιων των μεταναστριών- οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις. Εντός, εκτός και γύρω από αυτές, σηκώθηκε και ένα μεγάλο κύμα εθελοντών (ή μάλλον εθελοντισμών) διαφορετικών ταχυτήτων.

 

Μέσα σ’ αυτήν την πραγματικότητα λοιπόν, όσοι και όσες προσπαθήσαμε να συναντηθούμε, να μιλήσουμε σε πρώτο πρόσωπο και να αγωνιστούμε από κοινού με τους μετανάστες, -θέλαμε δεν θέλαμε- ήρθαμε αντιμέτωποι με Μ.Κ.Ο. και εθελοντές. Η συμβολή και ο ρόλος των πρώτων και στα δυο πρόσωπα της αντιμεταναστευτικής πολιτικής (φιλανθρωπικό/στρατιωτικό), θεωρούμε ότι είναι παραπάνω από επαρκής λόγος για να ασχοληθούμε μαζί τους. Για να εξετάσουμε το ρόλο τους στη διαχείριση των μεταναστών σήμερα, θεωρούμε σημαντικό αρχικά, να δούμε λίγα πράγματα σχετικά με το πώς προκύπτει ιστορικοκοινωνικά η μορφή Μ.Κ.Ο. και ο εθελοντισμός, ως κομμάτι της μορφής της κοινωνικής οργάνωσης που ήρθε να αντικαταστήσει το κράτος πρόνοιας, καθώς και με ποιούς τρόπους χρησιμεύει σε αυτήν. Τέλος, θα ασχοληθούμε με το ζήτημα της εργασίας στις Μ.Κ.Ο. και τις αντιφάσεις εντός της.

 

Πως φτάσαμε κοινωνικοϊστορικά στο σχήμα Μ.Κ.Ο.

 

Οι απαρχές των Μ.Κ.Ο., και γενικότερα αυτού που ονομάζουμε κοινωνία των πολιτών, μπορούν πιθανόν να βρεθούν μερικούς αιώνες πίσω, σε οργανώσεις που πρωταρχικό σκοπό είχαν την εξάλειψη της δουλείας, αρχικά στις ΗΠΑ και αργότερα και στην Ευρώπη. Το πρώτο κύμα μαζικής δημιουργίας τους συμβαίνει όμως μετά τη λήξη του α’ παγκόσμιου, όταν 200 νέες οργανώσεις στήνονται με σκοπό τη διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης, ως κομμάτι της συνθήκης των Βερσαλλιών. Η αναγνώριση του θεσμικού τους ρόλου θα έρθει επισήμως βέβαια, μόνο μετά το πέρας και του β’ παγκόσμιου πολέμου.

 

Η συσχέτισή τους με τον πόλεμο πρέπει να επισημάνουμε ότι δεν είναι καθόλου τυχαία. Τα κύρια πεδία δράσης τους σχετίζονται με την αντιμετώπιση κάποιου είδους κρίσης. Τέτοια είναι καταρχάς τα πεδία πολέμου, οι περιβαλλοντικές καταστροφές και οι ανθρωπιστικές κρίσεις. Για την ακρίβεια, αρχικά τουλάχιστον, τις Μ.Κ.Ο. τις συναντάμε κατά κύριο λόγο σε σημεία όπου υπάρχει καταστροφή ή απαξίωση ανθρώπινου (και μη) κεφαλαίου. Η αποστολή των Μ.Κ.Ο. σε πολεμικά πεδία, δεν λειτουργεί μόνο καταπραϋντικά, με μια λογική «έρχομαι να κλείσω τις πληγές». Πολλές φορές, η παρουσία τους είναι αναγκαίο και αναπόσπαστο κομμάτι, για τη διεξαγωγή μιας πολεμικής σύρραξης. Η αναδιοργάνωση των κοινωνικών σχέσεων και του έθνους-κράτους σήμανε και αναδιάρθρωση των όρων πάνω στους οποίους στηρίζονται οι πολεμικές επιχειρήσεις. Έτσι, οι πόλεμοι των τελευταίων δεκαετιών προπαγανδίζονται ως πόλεμοι ενάντια στην τρομοκρατία και τα δικτατορικά καθεστώτα, ως ανθρωπιστικό ενδιαφέρον για τον ντόπιο πληθυσμό. Και για να δικαιολογηθεί αυτό, προφανώς δεν φτάνει η αποστολή ένοπλων ταξιαρχών και αρμάτων μάχης[1].

 

Η δράση των Μ.Κ.Ο. δε σταματά με το πέρας του πολέμου. Αντιθέτως, εξίσου (καπιταλιστικά) χρήσιμο είναι και το κομμάτι που ακολουθεί έναν πόλεμο ή και μια φυσική καταστροφή: η ανοικοδόμηση. Μέσω της συμμετοχής τους στην ανοικοδόμηση, οι Μ.Κ.Ο. συνεισφέρουν στη γενικότερη αναδιάρθρωση των κοινωνικών σχέσεων. Αυτή μπορεί να εμπεριέχει εκτοπίσεις πληθυσμών, γκετοποίηση, ιδιωτικοποιήσεις δημόσιων χώρων και άλλα πολλά.

 

Από εκεί και πέρα βέβαια, και με το πέρας των χρόνων και την όλο και μεγαλύτερη υποχώρηση του κράτους στις προνοιακές λειτουργίες, τα πεδία στα οποία δραστηριοποιούνται οι Μ.Κ.Ο. συνεχώς διευρύνονται και ο αριθμός τους πολλαπλασιάζεται. Ως βασικός πλέον πυλώνας του τρίτου τομέα[2] της κοινωνίας, η δράση τους δεν είναι απλά συμπληρωματική σε τομείς που υπάρχει έλλειψη, αλλά εξέχουσας σημασίας για την εύρυθμη συνέχιση λειτουργίας του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και τη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης. Για να γίνουμε πιο σαφείς σε αυτό που θέλουμε να πούμε: δεν είναι αποτέλεσμα καλών προθέσεων που είναι κατ’ εξαίρεση αναγκαίες όταν -για κάποιο τυχαίο λόγο;- το κράτος δεν δύναται να καλύψει συγκεκριμένες ανάγκες. Αντιθέτως, είναι κύριο και απαραίτητο συστατικό της νεοφιλελεύθερης μορφής κράτος.

 

Για το πέρασμα από το κράτος πρόνοιας στη νεοφιλελεύθερη μορφή κράτος έχουμε αναφερθεί εκτενέστατα στον προηγούμενο τυφλοπόντικα[3]. Θεωρούμε σημαντικό και θέλουμε να τονίσουμε όμως και εδώ κάποια πράγματα σχετικά με τις Μ.Κ.Ο. και τον εθελοντισμό. Η καταγωγή και εγκαθίδρυσή τους δεν είναι απλά αποτέλεσμα της απόσυρσης τού κράτους από τις προνοιακές λειτουργίες, το κενό της οποίας ήρθαν να καλύψουν. Ούτε είναι απλά μια προσπάθεια αύξησης της συμμετοχής των πολιτών στα κοινά. Γιατί και στις δυο περιπτώσεις βγαίνει εντελώς απ’ έξω, δεν συνυπολογίζεται δηλαδή, ο παράγοντας του κοινωνικού ανταγωνισμού. Υπονοείται έτσι, πως ο μετασχηματισμός αυτός της μορφής κράτος είναι μια «από τα πάνω» κατασκευή. Εμείς αντιθέτως πιστεύουμε ότι η αναδιάρθρωση και ο μετασχηματισμός της μορφής του κράτους είναι αποτέλεσμα της ίδιας της ταξικής πάλης και του τρόπου με τον οποίο αυτή επιχειρείται να αφομοιωθεί. Σχετίζεται δηλαδή άμεσα με το περιεχόμενο των αγώνων του προηγούμενου διαστήματος και τη μορφή που αυτοί πήραν.

 

Και εξηγούμαστε. Η αμφισβήτηση και κριτική από πλευράς ανταγωνιστικού κινήματος (κυρίως στα 70’s) του κράτους πρόνοιας είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία εναλλακτικών αντιδομών που αρνούνταν τη διαμεσολάβηση των κυρίαρχων δομών και τη λογική του κέρδους. Από εναλλακτικές κοινότητες και κοινόβια, ως εναλλακτικά ιατρεία και ελευθεριακά σχολεία. Από ομάδες υπεράσπισης των δικαιωμάτων των ασθενέστερων κοινωνικών ομάδων και δίκτυα αλληλεγγύης, ως οργανώσεις για την οικολογία και καταλήψεις στέγης. Και η λίστα συνεχίζεται. Ο καθοριστικός παράγοντας εδώ είναι η ίδια η δυναμική του ανταγωνιστικού κινήματος. Όσο αυτό είναι στα “high” του, οι δομές αυτές εντός του είναι παράλληλα ανταγωνιστικές στο υπάρχον (και όχι απλά εναλλακτικές) αλλά και αποτελεσματικές για τα υποκείμενα που τις περιβάλλουν. Η ύφεση όμως του κοινωνικού ανταγωνισμού και η επέλαση του νεοφιλελευθερισμού, εκκινούν μια διαδικασία αφομοίωσης[4] που έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της αποτελεσματικότητας των δομών αυτών, καθώς αυτή στηριζόταν στη δυναμική και άρα την ίδια την αποτελεσματικότητα των κινημάτων. Πολλά από αυτά τα εγχειρήματα, αναζητώντας τη χαμένη τους αποτελεσματικότητα, θα αφήσουν την «αγκαλιά» του κινήματος και θα εισχωρήσουν, αλλά και θα συνδημιουργήσουν, την «κοινωνία των πολιτών». Κάπως έτσι, θα χάσουν σιγά σιγά τα ανταγωνιστικά τους χαρακτηριστικά και θα αναγκαστούν να αλλάξουν τον τρόπο δράσης αλλά και τους όρους ύπαρξής τους. Η διαδικασία αυτή ουσιαστικά ήταν κομμάτι της φιλελευθεροποίησης, καθώς, μεταλαμπαδεύοντας την ευθύνη κάλυψης βασικών (και όχι μόνο) αναγκών από το κράτος στους πολίτες, ιδιωτικοποίησε το κόστος αναπαραγωγής μας.

 

Το ξαναλέμε λοιπόν, η νεοφιλελεύθερη μορφή του κράτους, ως αποτύπωμα τον κοινωνικών σχέσεων, είναι το αποτέλεσμα της ενσωμάτωσης ενός μεγάλου κομματιού της ριζοσπαστικής κριτικής που άσκησαν τα κοινωνικά υποκείμενα στη μορφή του κράτους πρόνοιας. Και κομμάτι αυτής της διεργασίας είναι και η δημιουργία των Μ.Κ.Ο. με τη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα.

 

Ο τρίτος τομέας θα αποτελέσει από δω και πέρα σημαντικό παράγοντα στη χάραξη των εκάστοτε κρατικών πολιτικών. Καθώς επωμίζεται το κοινωνικό κόστος κάθε προνοιακής λειτουργίας που το νεοφιλελεύθερο κράτος θέλει να ξεφορτωθεί, αποκτά πολλαπλές αξίες χρήσης για το κεφάλαιο. Καταρχάς και κυριότερα προσφέρει δωρεάν εργασία[5], πράγμα που από μόνο του εξοικονομεί ένα τεράστιο κεφάλαιο. Κατά δεύτερον, συμβάλλει σημαντικά στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής, επομένως και στη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης.

 

Οι Μ.Κ.Ο. σήμερα

 

Όπως είπαμε και νωρίτερα, το εύρος των πεδίων δράσης των Μ.Κ.Ο. είναι τεράστιο, εμάς όμως (στο συγκεκριμένο κείμενο) μας απασχολεί ο ρόλος τους στη διαχείριση των μεταναστών και μεταναστριών σήμερα. Το να βρεις ποια ακριβώς είναι τα συμφέροντα που κρύβονται πίσω από τον φιλανθρωπικό μανδύα των Μ.Κ.Ο. δεν είναι κάτι πολύ δύσκολο. Καπιταλισμό έχουμε, οπότε, follow the money, που λένε. Πέρα από ένα μικρό ποσοστό που προέρχεται όντως από δωρητές, οι κύριες πηγές χρηματοδότησης είναι τα ίδια τα κράτη, οι διάφοροι διακρατικοί σχηματισμοί, μεγάλα καπιταλιστικά τραστ, διεθνείς οργανισμοί και κάθε είδους αφεντικά. Η διαπίστωση αυτή δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας μυστικής έρευνας, τα στοιχεία υπάρχουν δημόσια αναρτημένα στο διαδίκτυο. Σκοπός μας εδώ δεν είναι όμως να τα παρουσιάσουμε. Αλλά, να πούμε τα βασικά και ολοφάνερα. Η χρηματοδότηση δεν είναι μια μονόπλευρη σχέση. Αντιθέτως, ο χρηματοδότης ελέγχει και καθοδηγεί από κει και πέρα τις μεθόδους δράσης, τον τρόπο που θα διοχετευτούν τα χρήματα και θα μετατραπούν σε «ανθρωπιστική βοήθεια», το συνολικό πλαίσιο. Η λογική εδώ είναι παρόμοια με αυτήν που γνωρίζουμε από τα ερευνητικά προγράμματα στα πανεπιστήμια[6]. Κάπως έτσι αποδεικνύεται και η άμεση σχέση που έχουν οι περισσότερες Μ.Κ.Ο. με τους κρατικούς μηχανισμούς ως κύριους χορηγούς τους, πράγμα που με τη σειρά του, προσδίδει ένα σχεδόν τραγελαφικό υφάκι στην ονομασία τους. Ο πόλεμος άλλωστε ήταν και θα είναι και πόλεμος των λέξεων.

 

Σε αυτό το σημείο αξίζει μια μικρή παρένθεση. Ένα βασικό όπλο των Μ.Κ.Ο. για να μπορούν να λειτουργούν με σχετική ευχέρεια στα πεδία της μάχης (όποια κι αν είναι αυτά), είναι η αρχή της αμεροληψίας. Την αρχή αυτή ασπάστηκε πρώτος ο «Ερυθρός Σταυρός», αλλά με τον καιρό υιοθετήθηκε από το σύνολο των Μ.Κ.Ο.. Σύμφωνα με αυτήν, οι οργανώσεις διατηρούν μια ουδέτερη στάση ανάμεσα στις αντιμαχόμενες πλευρές. Υποτίθεται δηλαδή ότι είναι απολίτικες. Αυτό το κρίσιμο γνώρισμά τους έχει το εξής πολύ σημαντικό αποτέλεσμα: δεν τις αφορά, δεν μιλάνε ποτέ για τη ρίζα του προβλήματος, αλλά έρχονται να καλύψουν μόνο μερικές από τις συνέπειές του. Για να το γειώσουμε στο σήμερα. Οι Μ.Κ.Ο. προσεγγίζουν την κίνηση των μεταναστών σχεδόν όπως ένα καιρικό φαινόμενο, αποπολιτικοποιώντας την τελείως. Δεν τις αφορά πώς και γιατί προσπαθούν να περάσουν βουνά, θάλασσες, σύνορα, ελέγχους. Δεν τις αφορούν επίσης οι πολιτικές του ελληνικού και των άλλων ευρωπαϊκών κρατών που όσους και όσες δεν πνίγουν στα σύνορα, τους πετάνε σε ανοιχτά και κλειστά κέντρα κράτησης υπό άθλιες συνθήκες. Σε αυτές τις άθλιες συνθήκες λοιπόν οι Μ.Κ.Ο. θα είναι αυτές που θα έρθουν να προσφέρουν ένα πιάτο φαΐ και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Πράγμα που (θα ‘λεγε ένας πονηρός νους) κάνει τις συνθήκες αυτές αναγκαίες για τη συνέχιση της ύπαρξης και άρα χρηματοδότησής τους. Η έκφραση «δεν τις αφορούν» λοιπόν είναι τουλάχιστον χλιαρή. Στην καλύτερη εθελοτυφλούν. Στην πραγματικότητα όμως, φαίνεται ότι δεν δρουν αυτόνομα, αλλά είναι κομμάτι της αντιμεταναστευτικής πολιτικής.

 

Η θέαση λοιπόν των Μ.Κ.Ο., ως ανιδιοτελείς ομάδες πολιτών που θέλουν απλόχερα να προσφέρουν στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα μια λίγο πιο αξιοπρεπή ζωή, φαντάζει αστεία. Γιατί, όπου παίζει χρήμα, κυριαρχεί ο νόμος της αγοράς. Τι θέλουμε να πούμε: η χρηματοδότηση των Μ.Κ.Ο. από διαφόρων ειδών χορηγούς, είναι (για τους ίδιους) μια επένδυση. Ο σκοπός είναι το κεφάλαιο που προσφέρεται να έχει (αν όχι άμεσα, σε βάθος χρόνου) ανταποδοτικές ωφέλειες. Αυτές μπορεί να προέλθουν με πολλούς τρόπους ανάλογα με το πεδίο δράσης καθώς και ανάλογα με το ποιος είναι ο εκάστοτε χρηματοδότης. Αν οι χορηγοί πιστεύουν ότι από συγκεκριμένα πεδία (ή ορισμένους τρόπους δράσης) δεν έχουν τίποτα να κερδίσουν, δεν χρηματοδοτούν. Με αυτό τον τρόπο, τα σχέδια δράσης των Μ.Κ.Ο. στήνονται με τρόπο τέτοιο, ώστε να είναι ελκυστικά για τους χορηγούς που θέλουν να προσελκύσουν[7]. Δεν ξέρουμε για ‘σας, πάντως εμάς μας θυμίζει τον άτυπο νόμο περί ζήτησης-προσφοράς.

 

Βέβαια, είναι πλέον τόσα πολλά τα πεδία δράσης που συχνά μπορεί να υπάρχουν αντικρουόμενα συμφέροντα μεταξύ μιας Μ.Κ.Ο. και κομματιών του κεφαλαίου. Έτσι, μια ανάλυση που λέει, ότι οι Μ.Κ.Ο. είναι απλά τσιράκια των κρατών και των αφεντικών δεν είναι αντιπροσωπευτική της πραγματικότητας, καθώς δεν βλέπει το πλήθος των ανταγωνισμών εντός του «στρατοπέδου» του κεφαλαίου. Επίσης οι πηγές χρηματοδότησης, μπορεί να είναι τόσες πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους, που δεν διασφαλίζεται ότι η δράση των  Μ.Κ.Ο. θα είναι πάντα σε σύμπλευση με τις κρατικές πολιτικές. Άλλωστε υπάρχουν Μ.Κ.Ο. που λαμβάνουν τρισεκατομμύρια, όπως π.χ. οι «Γιατροί του κόσμου», και άλλες με ελάχιστο μπάτζετ. Η μεγάλη γκάμα των Μ.Κ.Ο. είναι αυτή που αρχικά δίνει τη δυνατότητα σε κάποιες από αυτές να δρουν πιο αυτόνομα. Το ελληνικό κράτος αντιλήφθηκε νωρίς πως αυτή η -εν μέρει- αυτονομία της φιλανθρωπίας, μπορεί να του δημιουργήσει προβλήματα, και για τον λόγο αυτό, αρχικά προέβη σε μια ρητορική περί «ανεξέλεγκτης δράσης των Μ.Κ.Ο. (πού πάνε τα κρατικά κονδύλια, ασυδοσία, διαφθορά κλπ)», και κατόπιν πέρασε σε διαδικασία καταγραφής και ελέγχου τους. Η διαδικασία αυτή, καταρχάς άλλαξε τους όρους του παιχνιδιού, καθώς ωφέλησε τις μεγαλύτερες Μ.Κ.Ο. και μείωσε -αν δεν σταμάτησε τελείως- τη δραστηριότητα μικρότερων που διατηρούσαν μια έστω μικρή αυτονομία.

 

Δεν πρέπει να ξεχνάμε επίσης, ότι η δράση των Μ.Κ.Ο. απαντάει σε πραγματικές ανάγκες. Το ζήτημα είναι να μην βλέπουμε και εμείς αυτές τις ανάγκες ως άλλο ένα καιρικό φαινόμενο, αλλά να κατανοούμε πως η μη κάλυψή τους από το κράτος σχετίζεται με το νεοφιλελεύθερο μοντέλο διαχείρισης και είναι κομμάτι μιας συνολικής πολιτικής που στοχεύει στην (ημι)παρανομοποίηση των μεταναστριών.

 

Οι Μ.Κ.Ο. και οι μετανάστες/ριες

 

Όπου δεν φτάνει το γκλομπ του μπάτσου, φτάνει η πένα του δημοσιογράφου, λέγαμε για την καταστολή. Αναλογικά για τους μετανάστες θα μπορούσαμε να πούμε πως, όπου δεν φτάνει η στρατιωτικού τύπου διαχείριση (μπάτσοι, στρατόπεδα, frontex κλπ), φτάνουν τα χάδια των Μ.Κ.Ο. και των εθελοντών. Για να γίνουν οι μετανάστριες ένα εύκολα διαχειρίσιμο εργατικό δυναμικό, δεν αρκεί η παρανομοποίησή τους μέσω της δημιουργίας της εικόνας του άλλου, του ξένου, της απειλής. Αυτό είναι μόνο το ένα σκέλος. Το δεύτερο, και ίσως σημαντικότερο, είναι να εμπεδωθούν από τον ντόπιο πληθυσμό ως θύματα, ως άβουλα όντα. Να υποτιμηθεί η ικανότητά τους να απαντάνε οι ίδιοι στις ανάγκες τους, να παίρνουν οι ίδιες αποφάσεις για τη ζωή τους, να αγωνίζονται για ένα καλύτερο αύριο.

 

Έτσι, μέσω της θυματοποίησης, οι μετανάστες μετατρέπονται από άνθρωποι σε αντικείμενα στο έλεος του ντόπιου πληθυσμού, των Μ.Κ.Ο. και του εκάστοτε κράτους. Δεν μπορούν να δράσουν οι ίδιες, παρά μόνο να αποδεχτούν τη βοήθεια αλλονών προς αυτούς. Η σχέση εδώ είναι διαλεκτική. Από τη μία, αυτό αποτελεί κομμάτι της διαδικασίας που έρχεται να απογυμνώσει τις μετανάστριες από την ανθρωπινότητά τους. Ως μη-άνθρωποι, είναι και μη-πολίτες, ως μη-πολίτες είναι και μη-άνθρωποι. Και εκεί χτίζεται ο βίαιος και ταυτόχρονα πιο διακριτικός (σε αντίθεση με τους πιο εξόφθαλμους, βλ. κέντρα κράτησης, σύνορα, απελάσεις) διαχωρισμός τους από τους ντόπιους. Από την άλλη, η δράση των Μ.Κ.Ο. και η φιλανθρωπία των ντόπιων είναι αυτή που μέσω της προσφοράς και της βελτίωσης των συνθηκών επιβίωσής (και όχι ζωής) τους, θα τους ξαναδώσει λίγη από την ανθρωπινότητά τους πίσω. Για να ειδωθούν οι μετανάστες ως άνθρωποι, είναι αναγκαίο λοιπόν, πρώτα να περάσουν από τα χέρια των Μ.Κ.Ο..

 

Και εδώ εισάγεται άλλος ένας διαχωρισμός, μεταξύ των ίδιων των μεταναστριών αυτή τη φορά. Τη φιλανθρωπία των Μ.Κ.Ο. -και άρα την επιστροφή της ανθρωπινότητάς τους, και άρα το δικαίωμά τους να διεκδικήσουν τη νομιμοποίησή τους, την είσοδό τους δηλαδή στην κοινότητα του πολίτη- την αξίζουν μόνο κάποιοι. Οι υπόλοιπες, είτε θα πνιγούν στο Αιγαίο, είτε θα κλειστούν σε κλειστά κέντρα κράτησης, είτε θα απελαθούν πίσω στις χώρες τους. Με τον τρόπο αυτό, οι Μ.Κ.Ο. παίζουν το παιχνίδι της αντιμεταναστευτικής πολιτικής, καθώς η δράση τους κατευθύνεται μόνο προς το κομμάτι που πρόκειται να ενσωματωθεί ως ένα σημείο – παραμένοντας βέβαια υποτιμημένο.

 

Να τονίσουμε εδώ, ότι το ποιοι και πόσοι θα είναι αυτοί που θα αξίζουν μια πιο ευνοϊκή -φιλανθρωπική- διαχείριση, δεν είναι απλά αποτέλεσμα κρατικών επιλογών, άλλα είναι άμεσα συνδεδεμένο με την κίνηση των ίδιων των μεταναστών, και την πίεση που αυτή ασκεί.

 

Στο σήμερα τώρα, οι Μ.Κ.Ο. ανέλαβαν (από κοινού με το στρατό και την εξαναγκαστική και δωρεάν εργασία που αυτός φέρει εντός του) σχεδόν το σύνολο της αναπαραγωγής των μεταναστριών στην Ελλάδα, κατεβάζοντας το κόστος για το ελληνικό κράτος στο ελάχιστο. Οι δραστηριότητές τους επεκτείνονταν σε όλα τα κομμάτια της κίνησης των μεταναστριών. Διάσωση στη θάλασσα, ιατροφαρμακευτική φροντίδα, προσωρινή στέγαση, σίτιση, νομική βοήθεια, μαθήματα ελληνικών, μεταφορά, ψυχολογική υποστήριξη, καθαριότητα, ενασχόληση ανηλίκων, φροντίδα ευπαθών ομάδων, παροχή χρημάτων. Οι δραστηριότητες αυτές μπορεί να είναι όλες κομμάτι μιας συνολικότερης διαχείρισης, αλλά δεν πρέπει να κρίνονται όλες με τον ίδιο τρόπο. Διαφορετικό είναι να διασώζεις μετανάστες από σίγουρο πνιγμό και διαφορετικό να προσπαθείς να τους καθησυχάσεις ώστε να μην εξεγερθούν ενάντια στις συνθήκες κράτησης τους. Διαφορετικό είναι να δρας σε έναν ξενώνα μεταναστριών στο κέντρο της πόλης και διαφορετικό σε ένα κλειστό κέντρο κράτησης – φυλακή. Διαφορετικό είναι να μεταφέρεις μετανάστες στα δημόσια νοσοκομεία και διαφορετικό να δίνεις παυσίπονα ανεξαρτήτως πάθησης σε ένα κέντρο εκτόπισης.

 

Υπάρχει κάτι όμως που διαπερνά ακόμα και τις πιο «άκακες» δραστηριότητες των Μ.Κ.Ο.. Όλες τους αναπαράγουν τον διαχωρισμό μεταξύ αυτού που προσφέρει και αυτού που δέχεται. Δεν προσπαθούν να συναντηθούν με τους μετανάστες με ίσους όρους, να μιλήσουν μαζί τους σε πρώτο πρόσωπο, να αγωνιστούν από κοινού ενάντια στις συνθήκες διαβίωσης, τα σύνορα και την παρανομοποίησή τους. Δεν προσπαθούν και δεν θέλουν εν τέλει να σπάσουν το διαχωρισμό μεταξύ τους. Το να προσφέρεις κάτι σε κάποιον που το έχει ανάγκη δεν είναι από μόνο του πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι ότι η προσφορά δεν γίνεται στα πλαίσια μιας αλληλεγγύης που θέλει να αμβλύνει τις μεταξύ μας διαφορές.

 

Όσον αφορά στους εθελοντές, στην «καλύτερη» των περιπτώσεων γίνεται για να απαντήσει στις ενοχές των αυτοαναφερόμενων πρωτοκοσμικών που βρίσκονται σε μια διαρκή αναζήτηση των πιο καταπιεσμένων υποκειμένων για να τα φροντίσουν. Αλλά δεν είναι σκοπός αυτού του κειμένου η ψυχολογικοποίηση των εθελοντών. Όσον αφορά στις Μ.Κ.Ο., τα πράγματα είναι πιο απλά. Η λογική τους είναι αυτή μιας επιχείρησης. Βλέπουν πού υπάρχει ζήτηση ενός προϊόντος (στην περίπτωση του μεταναστευτικού, η ανάγκη προσφοράς μιας υπηρεσίας όπως σίτιση στέγαση κλπ) και έρχονται να την καλύψουν. Η ζήτηση από μόνη της όμως δεν αρκεί. Για να μεγιστοποιηθεί η «ευαισθητοποίηση» των πολιτών, και άρα η ροή χρήματος προς τα ταμεία των Μ.Κ.Ο., πρέπει να διαμεσολαβήσει το θέαμα. Εικόνες πνιγμένων παιδιών και μεταναστών που ζουν υπό άθλιες συνθήκες, αλλά και Μ.Κ.Ο. να επιχειρούν στο σημείο της κρίσης, θα κατακλύσουν το σύνολο των social media, μετατρέποντας τον πόνο και τον θάνατο σε θέαμα. Θα αναδείξουν με τον τρόπο αυτό τη χρησιμότητά τους και την ανάγκη χρηματοδότησής τους, για να τον μετατρέψουν τελικά και σε κεφάλαιο.

 

Η εργασία

 

Όταν στη Βόρεια Ευρώπη ξεκινάει το πέρασμα από το κράτος πρόνοιας στο νεοφιλελεύθερο κράτος, στην Ελλάδα ουσιαστικά εγκαθιδρύεται το πρώτο. Ως αποτέλεσμα, η γενίκευση του φαινομένου Μ.Κ.Ο. θα συμβεί εδώ αρκετά αργότερα. Μια πρώτη στιγμή καμπής θα αποτελέσει ο πόλεμος στο Κόσοβο. Τα τελευταία δυο χρόνια όμως είναι που ο αριθμός τους και οι δραστηριότητες θα αυξηθούν ραγδαία. Την εμφάνισή τους θα κάνουν εκατοντάδες Μ.Κ.Ο. και διεθνείς οργανώσεις από το εξωτερικό, ενώ ταυτόχρονα θα στηθούν εκατοντάδες νέες ελληνικές και θα επεκταθεί κατά πολύ (υλικά και οικονομικά) η δραστηριότητα των ήδη υπαρχουσών.

 

Οι Μ.Κ.Ο. θα αποτελέσουν έτσι ένα νέο και εξαιρετικά δυναμικό παράγοντα εντός της αγοράς εργασίας. Μπορεί η δράση τους να στηρίζεται κατά πολύ στον εθελοντισμό, το μεγαλύτερο κομμάτι όμως που τις στελέχωσε είναι «κανονικοί» εργαζόμενοι. Και βάζουμε το κανονικοί σε εισαγωγικά, γιατί χρησιμοποιώντας το χαρτί της «κοινωνικής προσφοράς», οι Μ.Κ.Ο. θα εισάγουν και θα συμβάλουν σημαντικά στην εδραίωση μιας νέας ηθικής για την εργασία. Ο ιδεολογικός μηχανισμός που πείθει τον εργαζόμενο ότι αυτό που κάνει δεν είναι ακριβώς εργασία, αλλά συνεισφορά στο κοινωνικό σύνολο, συμβάλλει στην περαιτέρω ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας.

 

Δεν θεωρούμε υπερβολή λοιπόν, να πούμε ότι οι Μ.Κ.Ο. και η εργασία σε αυτές θα αποτελέσουν σημαντικό κομμάτι της αναδιοργάνωσης της εργασίας στον ελλαδικό χώρο. Άλλα σημαντικά κομμάτια της αναδιοργάνωσης αυτής, θα αποτελέσουν τα διάφορα προγράμματα κοινωφελούς εργασίας και τα voucher. Μεγάλο κομμάτι κόσμου που είχε πεταχτεί τα τελευταία χρόνια εκτός εργασίας, θα επιστρέψει σε αυτήν με χειρότερους όρους. Αυτό που πρέπει να γίνει ξεκάθαρο είναι πως οι νέες αυτές συνθήκες εργασίας[8] δεν αποτελούν απλά μια προσωρινή λύση του ελληνικού κράτους για να διαχειριστεί την ανεργία. Αντιθέτως, ως κομμάτι της αναδιοργάνωσης της εργασίας αλλά και των κοινωνικών σχέσεων, ήρθαν για να μείνουν. Και προφανώς δεν θα είναι ένας τομέας που θα κινείται παράλληλα με μια συνθήκη μόνιμης και σταθερής εργασίας, αλλά θα συμβάλει στην ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας συνολικότερα.

 

Στις Μ.Κ.Ο. θα συναντήσουμε λοιπόν τρεις ταχύτητες εργαζομένων. Στον πάτο βρίσκονται οι εθελοντές, που παρά τις παχυλές χρηματοδοτήσεις των Μ.Κ.Ο., θα φύγουν απ’ αυτές παίρνοντας μαζί τους στην καλύτερη μια «συστατική επιστολή», μια κοινωνική αναγνώριση της συνεισφοράς τους, μια αίσθηση ανωτερότητας και ένα ακόμα μπούλετ στο βιογραφικό τους. Το κυριότερο κομμάτι αποτελούν οι εργαζόμενοι που αμείβονται, η σχέση εργασίας των οποίων είναι άκρως ελαστική. Η καταπάτηση στοιχειωδών εργατικών δικαιωμάτων, οι πολύμηνες καθυστερήσεις στις πληρωμές των μισθών, η ανασφάλιστη εργασία, οι απλήρωτες υπερωρίες, είναι μια καθημερινότητα[9] σε οργανώσεις που παίρνουν εκατομμύρια για να προσφέρουν τις φιλανθρωπικές κατά τ’ άλλα υπηρεσίες τους. Τέλος, υπάρχει και ένα μικρό κομμάτι που εργάζεται (κυρίως στο διοικητικό κομμάτι των Μ.Κ.Ο.) υπό πιο μόνιμες συνθήκες και παίρνει μισθούς αρκετά υψηλότερους από αυτούς που έχουμε συνηθίσει στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια.

 

Η ένταξη αυτή, κομματιού του ντόπιου πληθυσμού εκ νέου στην εργασία, καθώς λειτουργεί ως βαλβίδα αποσυμπίεσης της κοινωνικής δυσαρέσκειας, συμβάλλει σημαντικά στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής. Έτσι, εξασφαλίζει -μαζί με πολλούς άλλους παράγοντες βέβαια- την απρόσκοπτη συνέχιση κερδοφορίας του κεφαλαίου. Εδώ είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι οι Μ.Κ.Ο. δεν συμβάλλουν μόνο με αυτόν τον τρόπο στη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης. Αυτή επιτυγχάνεται προφανώς και με την κάλυψη των βασικών -και όχι μόνο[10]– αναγκών των ίδιων των μεταναστριών. Έτσι, ένα υποτιμημένο κομμάτι του ντόπιου εργατικού δυναμικού αναλαμβάνει και γίνεται κομμάτι της διαχείρισης του πιο υποτιμημένου -μεταναστευτικού- εργατικού δυναμικού. Η διάσπαση της κοινότητας των από-τα-κάτω στο μεγαλείο της.

 

Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να αναφερθούμε σε κάτι που μας προβλημάτισε σχετικά με την εργασία στις Μ.Κ.Ο.. Προφανώς, εντός της καπιταλιστικής οικονομίας, δεν υπάρχουν ακριβώς αθώες εργασίες. Κάθε εργασία, πέρα από τη μορφή της, έχει και ένα περιεχόμενο, το οποίο αλλάζει ανάλογα με τη φύση της εργασίας. Στον τομέα των υπηρεσιών λοιπόν, το αντικείμενο με το οποίο ασχολείται ο εργαζόμενος είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Στις Μ.Κ.Ο. τώρα, που είναι και ο τομέας που μας ενδιαφέρει, κοιτώντας τις σχέσεις εργασίας που επικρατούν εντός τους, αλλά και το αντικείμενο της εργασίας τους, που είναι οι μετανάστριες, παρατηρούμε το εξής: η ανατίμηση[11] ενός κομματιού του ντόπιου εργατικού δυναμικού περνάει μέσα από τη διαχείριση ενός ακόμα πιο υποτιμημένου, των μεταναστών.

 

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης οι πολιτικές καταβολές μεγάλου κομματιού των εργαζομένων. Είναι κοινό μυστικό ότι πολλές Μ.Κ.Ο. προτίμησαν άτομα με κινηματικό παρελθόν και παρόν. Έτσι, -μεταξύ άλλων- τις στελέχωσαν και υποκείμενα του προηγούμενου κύκλου αγώνων. Από τη μία φαντάζει λογικό, οι άνθρωποι που θα έρχονταν σε επαφή με τους μετανάστες, να έχουν αντιρατσιστικές καταβολές, καθώς η δράση των Μ.Κ.Ο. θεωρείται ευρέως υποστηρικτική προς τους μετανάστες. Βέβαια τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι.

 

Από την άλλη, το γεγονός ότι η κινηματική δράση και η αλληλεγγύη προς τους μετανάστες είναι ατού σε βιογραφικά και ικανά να σου εξασφαλίσουν δουλειά, μας προβληματίζει. Αν συνυπολογίσει κανείς, ότι -παρασυρόμενοι από μια «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης»- δεν ήταν λίγοι εκείνοι που αντικατέστησαν την κινηματική τους δράση με την εργασία τους στις Μ.Κ.Ο., συχνά υπεραμυνόμενοι της συνεισφοράς τους προς τις μετανάστριες μέσα από την εργασία, μπορούμε με επιφύλαξη να πούμε ότι η ενσωμάτωση αυτή, είναι κομμάτι μιας γενικότερης απόπειρας αφομοίωσης[12] ριζοσπαστικών χαρακτηριστικών.

 

Εμείς με τη σειρά μας, προσπαθούμε να βλέπουμε τα πράγματα όπως αυτά είναι και να τους κάνουμε κριτική στο μέτρο που τους αρμόζει. Μας φαίνονται λοιπόν αστείες τόσο οι απόψεις που θεωρούν ότι η εργασία σε Μ.Κ.Ο. είναι κομμάτι της αλληλεγγύης προς τους μετανάστες, όσο και οι λογικές που θεωρούν τους εργαζόμενους σε Μ.Κ.Ο. δεσμοφύλακες και ταξικούς εχθρούς. Να θυμηθούμε ότι κάποτε αυτά ακούγονταν και για τους δασκάλους. Όπως είπαμε και προηγουμένως βέβαια, είναι διαφορετικό να εργάζεσαι σε έναν ξενώνα φιλοξενίας ασυνόδευτων ανηλίκων και διαφορετικό σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης.

 

Αφενός, υπήρξαν φορές που οι εργαζόμενοι ήταν αναγκασμένοι να σταθούν μαζί με τους μπάτσους απέναντι από τις επιθυμίες των μεταναστριών. Αφετέρου, δεν ήταν λίγες οι φορές, που εργαζόμενες, αγνόησαν τη συνθήκη μυστικότητας που καλούνται να υπογράψουν (πράγμα που μπορεί να τους κοστίσει τη δουλειά τους), δημοσιεύοντας πληροφορίες για τις συνθήκες που επικρατούν στις διάφορες (κρατικές και μη) δομές. Η δημοσιότητα και οι αντιδράσεις που προκαλούνταν, συχνά πίεζαν προς μια κατεύθυνση βελτίωσης των συνθηκών. Έτσι, και οι δυο απόψεις κρύβουν ένα μικρό ποσοστό αλήθειας μέσα τους, δεν μπορούν όμως να σταθούν ως τέτοιες.

 

Το ζήτημα για εμάς βρίσκεται στο κατά πόσο οι εργαζόμενοι στις Μ.Κ.Ο. προσπαθούν να οξύνουν τις αντιθέσεις εντός της εργασίας τους. Κατά πόσο είναι πρόθυμοι να δημιουργήσουν ρωγμές στους τρόπους διαχείρισης των μεταναστριών. Κατά πόσο, οι αγώνες τους για βελτίωση των όρων εργασίας τους, προσπαθούν να κάνουν κριτική στο ίδιο το περιεχόμενο της εργασίας τους, προσπαθούν να μιλήσουν για κάθε πτυχή της αντιμεταναστευτικής πολιτικής. Κατά πόσο στο μοριακό επίπεδο της καθημερινότητας δεν αντιμετωπίζουν τους μετανάστες ως άψυχα αντικείμενα της εργασίας τους. Αλλά και κατά πόσο εν τέλει οι αρνήσεις και οι διεκδικήσεις τους δεν γίνονται με ατομικούς όρους, αλλά οργανώνονται συλλογικά και -το κυριότερο- προσπαθούν να συνδεθούν και να συναντηθούν με τους αγώνες και τα αιτήματα των ίδιων των μεταναστών, σπάζοντας στην πράξη τον διαχωρισμό που η ίδια η εργασία τους επιβάλλει.

 

Υποσημειώσεις:

 

[1]      Κάπως έτσι και η «με στρατιωτικούς όρους» διαχείριση των μεταναστών συνοδεύτηκε με την ευρεία δράση των Μ.Κ.Ο. και τη φιλανθρωπική ρητορική και διαχείριση.

[2]      «Αυτός ο τομέας που υποτίθεται ότι καταλαμβάνει ένα χώρο πέρα από το κράτος και την ιδιωτική πρωτοβουλία, ένα χώρο κενό ανάμεσα σε αυτά τα δύο, επιφορτίζεται από την κυριαρχία με ένα σημαντικό ρόλο σήμερα. Κεντρική σημασία στην ανάπτυξη αυτού του τομέα (που εκφράζεται υλικά με τις μη-κυβερνητικές οργανώσεις), είναι ο εθελοντισμός, μια ιδεολογία συμμετοχής στο πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι και «προσφοράς στον συνάνθρωπο», που διαφέρει ριζικά από τις μορφές συμμετοχής σε προηγούμενες κοινωνικές συνθήκες.» το κιβώτιο, τεύχος 3.

[3]      Βλέπε κείμενο «από το κράτος πρόνοιας στην κοινωνία των πολιτών», ο τυφλοπόντικας, τεύχος 1.

[4]      «Η αφομοίωση δεν είναι μία διαδικασία που λαμβάνει χώρα σε κάποιους σκοτεινούς κύκλους διανοούμενων του συστήματος οι οποίοι κάθονται να συζητήσουν τι είναι χρήσιμο για την ανάπτυξη του καπιταλισμού. Η αφομοίωση είναι τόσο μία παθητική διαδικασία των υποκειμένων του ανταγωνισμού και όσο και μία ενεργητική διαδικασία των ίδιων υποκειμένων, και αυτό το λέμε επειδή τις περισσότερες φορές η αφομοίωση γίνεται αντιληπτή μόνο σαν παθητική διαδικασία. Με δυο λόγια, τις περισσότερες φορές τα ανταγωνιστικά υποκείμενα που αφομοιώνονται είτε αναγκάζονται είτε επιθυμούν να αφομοιωθούν (γιατί δεν μπορούν να βρουν άλλες λύσεις, γιατί ματαιώθηκαν, γιατί βασικά ηττήθηκαν και παρέμειναν ηττημένα). Προφανώς αυτή η πρόταση δεν εξηγεί τα πάντα, υπάρχουν π.χ. και μία σειρά αντικειμενικών λόγων που θα ωθήσουν τα άτομα στο να στελεχώσουν τις καπιταλιστικές λειτουργίες μέσα στο ’80.»  το κιβώτιο, τεύχος 3.

[5]      Πλέον μεγάλο ποσοστό που εργάζεται στις Μ.Κ.Ο. (ιδίως στο τομέα των μεταναστών) αμείβεται κανονικά, αλλά στο ζήτημα της εργασίας θα επανέλθουμε αργότερα.

[6]      Περισσότερα για τα ερευνητικά προγράμματα του πανεπιστημίου και τη σχέση τους με τη μεταναστευτική πολιτική στο κείμενο «ο ρόλος του πανεπιστημίου στη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών» αυτού του εντύπου.

[7]      « …η παροχή χρημάτων όχι μόνο δεν γίνεται απροϋπόθετα από τους χορηγούς, αλλά επιπλέον ακόμα και η προοπτική μιας μελλοντικής χρηματοδότησης καθιστά τις Μ.Κ.Ο. εκ των προτέρων υπόλογες και απολύτως ελεγχόμενες από τους δωρητές τους, καθώς περιορίζει τους τομείς και τις μεθόδους δράσης στο επιθυμητό και σαφώς καθορισμένο από τους χορηγούς πλαίσιο. Αυτό που διαπιστώνεται από τους ερευνητές είναι ότι οι χορηγίες μεγάλης κλίμακας από τράπεζες, πολυεθνικές εταιρείες και ιδρύματα γίνονται βάσει κάποιων κριτηρίων «πραγματιστικής λογοδοσίας» από μέρους των Μ.Κ.Ο…. / …Η προκαταρκτική αξιολόγηση των Μ.Κ.Ο. πραγματοποιείται σε συνάρτηση με την «πολιτική ορθότητα» μιας Μ.Κ.Ο., δηλαδή την από μέρους της οργάνωσης αποδοχή των «πολιτικώς ορθών» οικονομικών πρακτικών και κοινωνικών προτύπων. Με άλλα λόγια, κανένα ίδρυμα δεν θα ενίσχυε τη δράση μιας Μ.Κ.Ο. που θα έσπρωχνε τους ανήλικους εργάτες των κλωστοϋφαντουργείων του Μπαγκλαντές και της Καμπότζης να απεργήσουν ενάντια στα ντόπια και αλλοδαπά αφεντικά τους. Κανένας μεγαλοσχήμων της φιλανθρωπίας, σαν την Αντζελίνα Τζολί ή τον Πάπα δεν θα φωτογραφιζόταν δίπλα σε Νιγηριανούς που έχουν καταλάβει τις εγκαταστάσεις της Shell μετά από την εμφάνιση μιας πετρελαιοκηλίδας. Γιαυτό άλλωστε και δεν υπάρχουν τέτοιες Μ.Κ.Ο., ούτε αυτού του πνεύματος φιλανθρωπία. Αφού δεν υπάρχει ζήτηση (τέτοιου είδους υπηρεσιών από τους δωρητές), δεν υπάρχει και προσφορά (τέτοιων δράσεων από τις οργανώσεις). Στη διεθνή βιβλιογραφία αυτό ονομάζεται «προσεταιρισμός των Μ.Κ.Ο.».” μπροσούρα “ανθρωπισμός χωρίς σύνορα, αλλά με περιφράξεις», Μουσαφεράτ, Μυτιλήνη

[8]      Με τον όρο νέες, δεν εννοούμε ότι οι συνθήκες αυτές εμφανίζονται ξαφνικά ως κάτι τελείως καινούριο και διαφορετικό με βάση κρατικούς σχεδιασμούς· η εδραίωσή τους αποτελεί μια συνθήκη που εξελίσσεται σταδιακά και αποτελεί αποτέλεσμα του ίδιου του κοινωνικού ανταγωνισμού (όπως περιγράψαμε στο πρώτο κομμάτι του κειμένου).

[9]      Περισσότερα σχετικά με τις συνθήκες εργασίας στο κείμενο «Κράτος, ΜΚΟ και αλληλεγγύη στην Ειδομένη» του Σωματείου Βάσης Εργαζομένων στις Μ.Κ.Ο. και γενικότερα στο site τους “https://svemko.espivblogs.net”

[10]   Είναι πολλές οι φορές που οι Μ.Κ.Ο. θα αναλάβουν ρόλο πυροσβέστη ώστε να αποφευχθούν εξεγέρσεις μεταναστών και θα διαμεσολαβήσουν μεταξύ αυτών και της αστυνομίας.

[11]   Η ανατίμηση εδώ εννοείται με όρους οικονομικούς, δηλαδή από εκεί που ένα κομμάτι του ντόπιου πληθυσμού ήταν άνεργο, πλέον εργαζόταν και είχε εισόδημα. Κατά πόσο η επανένταξη στην εργασία με τέτοιους όρους -χωρίς δηλαδή τη γενικότερη αύξηση της τιμής που ο εργάτης πουλάει την εργατική του δύναμη (ως αποτέλεσμα αγώνων)-, είναι ανατίμηση του εργατικού δυναμικού είναι ένα άλλο μεγάλο ζήτημα που δεν είναι σκοπός του κειμένου να αναλύσει.

[12]   Να σημειώσουμε εδώ, για να μην παρεξηγούμαστε, ότι δεν υπήρχαν κομμάτια του κινήματος που επέλεξαν συλλογικά να αντικαταστήσουν την κινηματική τους δράση με την εργασία στις Μ.Κ.Ο., παρά μόνο μεμονωμένα άτομα. Ήταν όμως ένας υπολογίσιμος αριθμός, και για τον λόγο αυτό η ενσωμάτωση αυτή, θεωρούμε πως είναι κομμάτι μιας γενικότερης απόπειρας αφομοίωσης. Η αφομοίωση αυτή βέβαια δεν λειτουργεί με όρους άσπρου/μαύρου, αλλά είναι μια αρκετά ρευστή διαδικασία. Έτσι, δεν ήταν λίγα τα κομμάτια του κινήματος που -επηρεασμένα από την όλη κατάσταση- παρόλο που η δράση τους δεν εντάχθηκε σε κάποια Μ.Κ.Ο. και διατήρησε κινηματικά χαρακτηριστικά, αναλώθηκαν κατά κύριο λόγο στο κομμάτι της προσφοράς και κάλυψης αναγκών των μεταναστών ως διαχωρισμένο υποκείμενο.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *