Σκέψεις με αφορμή την κατάληψη της πρυτανείας τον Δεκέμβρη του ’14

Στις 3/12 το συντονιστικό των κατειλημμένων τμημάτων της σχολής Καλών Τεχνών (Θεάτρου, Εικαστικό, Κινηματογράφου, Μουσικό) προχώρησε στην κατάληψη της Πρυτανείας του Α.Π.Θ. Στην ανακοίνωσή του αναφέρει την αντίθεση στον εκπαιδευτικό νόμο 4009 (νόμος Διαμαντοπούλου-Αρβανιτόπουλου), την αλληλεγγύη στον αγώνα του απεργού πείνας Νίκου Ρωμανού και καλούσε σε ανοιχτή συνέλευση την επόμενη μέρα.

Από τη συνέλευση εκείνη και τον κόσμο που την πλαισίωσε, προέκυψε η «ανοιχτή συνέλευση κατειλημμένης πρυτανείας», στην οποία συνυπήρχαν και συνδιαμόρφωναν διαφορετικές λογικές·λογικές που έβλεπαν την κατειλημμένη πρυτανεία ως μία ακόμα κατάληψη που θα πιέσει για την ικανοποίηση των αιτημάτων του Ν. Ρωμανού1, λογικές που φιλοδοξούσαν η πρυτανεία να τροφοδοτήσει τις γενικές συνελεύσεις με κόσμο σε μια συγκυρία που αυτές αδυνατούσαν να πραγματοποιηθούν και λογικές που έβλεπαν στην πρυτανεία την προοπτική της δημιουργίας ενός κέντρου αγώνα με γενικότερο πρόταγμα την αντίσταση στην αναδιάρθρωση. Οι λογικές αυτές, προφανώς, είναι μια προσπάθεια περιγραφής των υποκειμένων που συμμετείχαν στη συνέλευση και διακρίνονταν από έντονη ρευστότητα, ενώ επίσης διαπλέκονταν μεταξύ τους.

Πλησιάζοντας στην 6η Δεκέμβρη, η συνέλευση της κατειλημμένης πρυτανείας αποφάσισε να καλέσει το δικό της οργανωμένο μπλοκ στην πορεία αναφέροντας μεταξύ άλλων στην ανακοίνωση που εξέδωσε λίγο αργότερα:

«Εμπλακήκαμε λοιπόν στον αγώνα αυτό ενάντια στην εκπαιδευτική και όχι μόνο αναδιάρθρωση, την υποτίμηση της ζωής μας και την αλληλεγγύη στον αγώνα των απεργών πείνας2, προσπαθώντας να ξεπεράσουμε τους συντεχνιακούς διαχωρισμούς και να συνδεθούμε με όλα τα αγωνιζόμενα κομμάτια της κοινωνίας. Ως κατάληψη Πρυτανείας, με βάση τα παραπάνω προτάγματα, θεωρήσαμε σημαντικό να κατέβουμε με οργανωμένο μπλοκ στην πορεία της 6 ης Δεκέμβρη, σε μια προσπάθεια να δοκιμάσουμε τις σχέσεις μας έμπρακτα και να απεμπολήσουμε τον φόβο και την αδράνεια συλλογικά.»

Η πορεία του Σαββάτου σημαδεύτηκε από το πέταγμα ενός πυρσού στα ZARA, την άγρια καταστολή τόσο αμέσως μετά, όσο και το απόγευμα στην κατάληψη του εργατικού κέντρου που ακολούθησε, δεκάδες τραυματισμούς και συλλήψεις.

Δύο μέρες μετά, κόσμος που συμμετείχε στην πρώτη κατάληψη της πρυτανείας, προχώρησε στην ανακατάληψη του κτηρίου ως ένδειξη αλληλεγγύης στους συλληφθέντες της πορείας, στον αγώνα του Ν. Ρωμανού και στους απεργούς πείνας στο Σύνταγμα, με γενικότερο πρόταγμα την αντίσταση στην υποτίμηση της ζωής μας. Ωστόσο, μετά τη λήξη της απεργίας του Ρωμανού, η δεύτερη κατάληψη της πρυτανείας τερματίστηκε τρεις μέρες μετά.

Οι γράφουσες/ οντες το κείμενο αυτό, αποτελούν κόσμο που δραστηριοποιείται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο και στα πανεπιστήμια, συμμετείχαν στη συνέλευση της κατάληψης της πρυτανείας και μοιράστηκαν τους προβληματισμούς για τα ζητήματα που άνοιξαν στην κατάληψη.

Την περίοδο που συνέβησαν τα παραπάνω, η πραγματικότητα στο πανεπιστήμιο δεν ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντική. Η εφαρμογή του νόμου Διαμαντοπούλου μπορεί να μπλοκαρίστηκε από τους αγώνες των προηγούμενων χρόνων, καθυστερώντας προς στιγμήν την αναδιάρθρωση στην εκπαίδευση, το τελευταίο διάστημα όμως δείχνει να έχει εμπεδωθεί σε μεγάλο βαθμό. Η σταδιακή ιδιωτικοποίηση του πανεπιστημίου, η συρρίκνωση των παροχών και οι απολύσεις εργαζομένων που προετοίμασαν τη μετακύλιση του κόστους φοίτησης στις πλάτες μας και την εντατικοποίηση των σπουδών, συνθέτουν τη γενική εικόνα στο πανεπιστήμιο. Η αποστείρωση των χώρων του πανεπιστημίου έγινε και αποστείρωση των κοινωνικών σχέσεων εντός του, απογύμνωσή τους από τα ανταγωνιστικά χαρακτηριστικά που είχαν στο παρελθόν. Τα αυστηρότερα προγράμματα σπουδών, ο φόβος ή και η βεβαιότητα της ανεργίας, η εφαρμογη του ν+2 ως ανώτατου ορίου φοίτησης, έκαναν μεγάλη μερίδα των φοιτητών να στραφεί στον καριερισμό και την αναζήτηση ects για την απόκτηση πτυχίου, αφήνοντας την αναζήτηση συλλογικών απαντήσεων και κοινωνικότητας σε δεύτερη μοίρα. Στο λυκόφως της πολιτικής-κοινωνικής παρέμβασης μέσα στις σχολές ωστόσο αναδύθηκαν νέες πρωτοβουλίες με έντονη δόση καριερισμού. Αυτές έχουν, όπως λένε, σκοπό την παραγωγή γνώσης και την προώθηση της επιστήμης μακριά από οποιοδήποτε πολιτικό πρόσημο που την παραμορφώνει. Δεν επιθυμούν να αμφισβητήσουν τον τρόπο που παράγεται και διακινείται η γνώση μέσω του θεσμού του πανεπιστημίου και βλέπουν τις συλλογικές διαδικασίες να μπορούν να υπάρξουν μόνο στις θεσμοθετημένες εκλογές. Ευαγγελίζονται την αυταξία και την αντικειμενικότητα της γνώσης και προωθούν τον ανταγωνισμό μέχρι τελικής πτώσης, μεταξύ των φοιτητών, στο όνομα μιας υποτιθέμενης αξιοκρατίας.

Πίσω, στον Δεκέμβρη του ’14 κι ενώ η καθημερινότητα άλλαζε άρδην προς το χειρότερο, η πλειοψηφία των φοιτητών αδυνατούσε να ερμηνεύσει την αιτία πίσω από την αδιάκοπη υποτίμηση που υπόμενε και απέδιδε την κατάσταση, περίπου, σε καπρίτσιο της κυβέρνησης, του υπουργείου και των διοικήσεων. Ένα κομμάτι των φοιτητών βρέθηκε να εγκαλεί την κυβέρνηση για την δυσλειτουργία των ιδρυμάτων και απέδωσε στην αναδιάρθρωση τιμωρητικό χαρακτήρα με την πατροπαράδοτη λογική «η κυβέρνηση δε θέλει να αντιδρούν οι φοιτητές και η νεολαία».

Η παραπάνω αντίληψη οδήγησε σε δύο δρόμους αναφορικά με την τότε συγκυρία στα πανεπιστήμια. Από τη μία, οι πιο οργανωμένες αντιδράσεις των φοιτητών εκκινούσαν πλέον μόνο από την καταστολή. Πράγμα που φάνηκε και το διάστημα λίγο πριν την 17η Νοέμβρη, όπου τα γεγονότα στη νομική στην Αθήνα3, ενεργοποίησαν κάποια αντανακλαστικά, με αποτέλεσμα να παρθούν μερικές καταλήψεις. Η προσκόλληση όμως στις καταγγελίες, η παρομοίωση με συνθήκες του ’73 και η θυματοποίηση οδήγησε στη λήξη των περισσότερων λίγο μετά την επέτειο του πολυτεχνείου. Από την άλλη, η επιμονή στο ζήτημα της υπό χρηματοδότησης και των υλικοτεχνικών ελλείψεων δεν αμφισβήτησε τον ρόλο του πανεπιστημίου μέσα στην καπιταλιστική παραγωγή, αλλά μόνο την διαχείριση του από την κυβέρνηση, η οποία προκαλούσε δυσλειτουργίες και εμπόδιζε την ομαλή λειτουργία των σχολών. Αποκορύφωμα αυτής της αντίληψης ήταν η παρέμβαση στο γραφείο του Φορτσάκη, από φοιτητές, που του αραδιάσαν σακούλες με σκουπίδια ως ένδειξη διαμαρτυρίας για τη βρωμιά στο εσωτερικό των πανεπιστημίων. Αυτή η λογική που τα αποδίδει όλα στην κακοδιαχείριση των αρχών και επιδιώκει να ασκήσει οικονομικό έλεγχο στα ιδρύματα, προφανώς υπονοεί την ύπαρξη κάποιων αρχών (ή και πρόθυμων φοιτητών), πιο υπεύθυνων και κατάλληλων να διοικούν. Η αντίληψη αυτή συμπληρώνεται με την αντίστοιχη που βλέπει ότι τα πάντα είναι πληροφόρηση, οι φοιτητές ζουν στο σκοτάδι και πρέπει να μάθουν την αλήθεια, που συνήθως έρχεται με την μορφή αποκάλυψης κάποιου οικονομικού σκανδάλου. Όλα τα παραπάνω οδήγησαν στη συνάντηση- ντιμπέιτ μερίδας των φοιτητών με τον πρύτανη του Α.Π.Θ, όπου βρέθηκαν σε ρόλο υπεύθυνου συνομιλητή εκ μέρους του φοιτητικού σώματος, να συνομιλούν και να διαπραγματεύονται με τους θεσμούς (πρύτανης) για την καλύτερη ρύθμιση των οικονομικών.

Οι λογικές αυτές βρέθηκαν να καταφάσκουν τελείως στη φοιτητική ταυτότητα. Και εξηγούμαστε: την ίδια περίπου χρονική στιγμή είχαν ξεκινήσει ήδη οι διαγραφές των «αιώνιων φοιτητών». Το ζήτημα απασχόλησε την πλειοψηφία του κόσμου σε πηγαδάκια ή συζητήσεις στους διαδρόμους, ενώ σε πολλές περιπτώσεις έλαβε χαρακτήρα συνδιαλλαγής είτε με τις πρυτανικές αρχές είτε, ακόμα, με τους αγγελιαφόρους της ελπίδας, ενώ, στις χειρότερες εκφάνσεις του, οδήγησε μερίδα του κόσμου στη θέση του να περάσει ο εσωτερικός κανονισμός, καθώς προέβλεπε κάποιο επιπλέον περιθώριο σχετικά με το όριο φοίτησης (και παρεμπιπτόντως μύρια άλλα δεινά…). Όσες και όσοι δεν είχαν πεταχτεί ακόμα στο περιθώριο, οχυρώθηκαν πίσω από τη φοιτητική τους ταυτότητα και προσπάθησαν να τη διαφυλάξουν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο για να μην βρεθούν στην πόρτα εξόδου από την τριτοβάθμια. Οι αντιδράσεις του κινήματος, από την άλλη, έθιξαν σε πολύ μικρό βαθμό το ζήτημα και ασχολήθηκαν με το μπλοκάρισμα των διαγραφών σε συμβολικό επίπεδο. Εκεί φάνηκε πλέον ότι η αναδιάρθρωση και οι νέες συνθήκες που επικρατούσαν στο πανεπιστήμιο, είχαν αρχίσει να εμπεδώνονται από τον περισσότερο κόσμο.

Όπως ειπώθηκε παραπάνω, στην συνέλευση της κατειλημμένης πρυτανείας μπήκαν στην διαδικασία της συνδιαμόρφωσης διαφορετικές λογικές που εμπλούτισαν τα περιεχόμενα του αρχικού καλέσματος. Αναγνωρίστηκε, δηλαδή, η αναγκαιότητα να δημιουργηθεί ένα σημείο συνάντησης για όσους προσπαθούσαν να αγωνιστούν για το μπλοκάρισμα της αναδιάρθρωσης, σε μια καθημερινότητα μέσα κι έξω από το πανεπιστήμιο που δεν άφηνε περιθώρια για τέτοιου είδους συναντήσεις. Δεν άφηνε περιθώρια σε συνελεύσεις συλλόγων να πραγματοποιηθούν, δεν μπορούσε να «σηκώσει» κλειστές σχολές για παραπάνω από συμβολικά διήμερα, δεν επέτρεπε σε τίποτα να διαταράξει την ομαλότητα της.

«Σε μια προσπάθεια να ξεπεράσουμε τη φοιτητική μας ιδιότητα, αναγνωρίζουμε την επίθεση αυτή του κράτους και του κεφαλαίου στην εκπαίδευση ως άμεσα συνυφασμένη με τη γενικότερη επίθεση στα υπόλοιπα καταπιεζόμενα κομμάτια της κοινωνίας, καθώς και τη συντήρηση και όξυνση των διαχωρισμών μεταξύ μας ως ένα ακόμη μέσο αναπαραγωγής του υπάρχοντος»4.

Πάνω σε αυτό το σκεπτικό ασκήθηκε κριτική από μερίδα των συμμετεχόντων, που υποστήριξε ότι με αυτή τη στρατηγική παραμερίζονται οι φοιτητικοί σύλλογοι, το κατεξοχήν πεδίο παρέμβασης μας, το συνδικαλιστικό όργανο των φοιτητών. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν έχει υπάρξει ένα μαζικό φοιτητικό κίνημα, που να αντισταθεί στην επιβολή της αναδιάρθρωσης, χωρίς αποφάσεις συλλόγων για κλειστές σχολές. Από την άλλη, ο κόσμος που συμμετείχε στην πρυτανεία, βρισκόταν εκεί είτε με αποφάσεις συλλόγου (τέσσερα κατειλημμένα τμήματα καλών τεχνών, χημικό, αρχιτεκτονική), είτε μετά από άκαρπες προσπάθειες να καλέσει συνέλευση και να πάρει κατάληψη. Ο παραπάνω προβληματισμός ήταν από τους πιο ουσιαστικούς που άνοιξαν στην κατάληψη. Στην πραγματικότητα είναι μάλλον δύσκολο οι φοιτητικοί σύλλογοι και οι γενικές συνελεύσεις να ιδωθούν σαν μια διαχωρισμένη σφαίρα παρέμβασης, όπου η έκβαση που θα πάρουν οι εκεί ανταγωνισμοί θα είναι σε ευθεία αντιστοιχία με το κίνημα , τη στιγμή μάλιστα που τα σημεία συνάντησης των αγωνιζόμενων μέσα στο κάμπους απονεκρώνονται, η καθημερινότητα στο πανεπιστήμιο γίνεται όλο και πιο αποστειρωμένη, οι διαδρομές μας ατομικές και προκαθορισμένες. Με απλά λόγια από τη στιγμή που οι περισσότεροι φοιτητές αδιαφορούν περισσότερο από ποτέ για τους συλλόγους τους, δεν μπορούμε να λέμε ότι αυτό που λείπει απλά από το κίνημα είναι «αποφάσεις συλλόγων», αλλά να προσπαθήσουμε να αντιληφθούμε τι είναι αυτό που απονεκρώνει τα σημεία συνάντησης μας.

Η ανακοίνωση της πρυτανείας του Ε.Κ.Π.Α, μετά τα γεγονότα στη νομική και την επέμβαση των ΜΑΤ, που μιλούσε για κατάργηση των συλλόγων και αντικατάσταση τους από ηλεκτρονική ψηφοφορία, έτσι ώστε «να δοθεί επί τέλους η δυνατότητα στην πλειοψηφία των φοιτητών/ τριών να αποφασίζουν όλοι απευθείας ως προς την εκάστοτε διακοπή των μαθημάτων», φαίνεται ότι βρήκε το στόχο της. Προφανώς οι πρυτανικές αρχές δεν περίμεναν το μέτρο αυτό να περάσει έτσι εύκολα. Στόχευσαν όμως στο να οξύνουν από τη μεριά τους τη σύγκρουση στο εσωτερικό των σχολών. Εκμεταλλευόμενοι τη δυσαρέσκεια του κόσμου απέναντι στον παραδοσιακό συνδικαλισμό τόσο εντός όσο και εκτός πανεπιστημίων, προσπάθησαν να ταυτίσουν την κινηματική δραστηριότητα με την κομματική και να παρουσιάσουν τις φοιτητικές διαδικασίες ως σαθρές. Ωστόσο, παρότι η ανακοίνωση φαντάζει ευθεία επίθεση στο φοιτητικό κίνημα και τις δομές του, στην πραγματικότητα απευθύνεται στα πιο αντιδραστικά μορφώματα εντός του πανεπιστημίου. Βλέποντας τα όρια των βίαιων αστυνομικών επιχειρήσεων και τις αντιδράσεις που προκαλούν τέτοιου είδους «από τα έξω» κινήσεις, προσπαθεί να σχηματοποιήσει μια εσωτερική καταστολή συσπειρώνοντας ένα κομμάτι του κόσμου που είναι διατεθειμένο να πατήσει στα κεφάλια των υπολοίπων προκειμένου να κυνηγήσει την προσωπική του ανέλιξη-πτυχίο. Έρχεται λοιπόν η ανακοίνωση αυτή να ενισχύσει το αίσθημα ότι δεν αρκεί, αν θες να προκόψεις, να κατεβάζεις ανεξάρτητο πλαίσιο αντί κατάληψης και να διαμαρτύρεσαι στο facebook, αλλά να αναλάβεις μαζί με «τα υπόλοιπα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας», τους φορείς, τις επιστημονικές ομάδες, κ.λπ. να εμποδίσεις τις καταλήψεις σχολών. Αυτή η αντιδραστική κίνηση παρουσιάζεται σαν ενίσχυση του αυτοδιοίκητου των ιδρυμάτων και ισχυροποίηση του ελέγχου της πανεπιστημιακής κοινότητας από την ίδια. Ενισχύεται έτσι ο ρόλος της «κοινωνίας των φοιτητών» ως εσωτερική αστυνομία και περιορίζονται οι επεμβάσεις των ΜΑΤ που προκαλούν αντιδράσεις5.

Φτάνοντας στην 6η Δεκέμβρη…

Η άγρια υποτίμηση της ζωής, όπως βιωνόταν μέσα από τις διάφορες πτυχές της καθημερινότητας, αλλά και η ιστορική φόρτιση της ημέρας σε συνδυασμό με τον κίνδυνο της ζωή του Ρωμανού ήταν οι παράγοντες που πυροδότησαν τη μαζικότητα και τον παλμό της πορείας. (Θέλοντας να αποφύγουμε την επανάληψη, σχετικά με την πορεία παραπέμπουμε στο κείμενο Για τα γεγονότα της 6.12.14, την αντι-βία, την καταστολή, την αλληλεγγύη, βλ. σελίδα 63)

Τα γεγονότα που ακολούθησαν (η καταστολή, οι συλλήψεις, οι τραυματισμοί) οδήγησαν κόσμο από τη συνέλευση, που είχε αφήσει την κατάληψη τη μέρα της πορείας, να ανακαταλάβει την πρυτανεία δείχνοντας «την έμπρακτη αλληλεγγύη μας στους 17 συλληφθέντες στη Θεσσαλονίκη, αλλά και σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας, το αίτημά μας για δικαίωση του αγώνα του απεργού πείνας Νίκου Ρωμανού αλλά και των Σύριων απεργών πείνας, προχωρήσαμε στην ανακατάληψη του κτηρίου διοίκησης του Α.Π.Θ από σήμερα 9/12. Επιθυμούμε τη δημιουργία ενός πραγματικού κέντρου αγώνα που θα μπλοκάρει την εκπαιδευτική αναδιάρθρωση και το τελευταίο νομοθετικό της διάταγμα, τις διαγραφές και τις απολύσεις, τη θέσπιση διδάκτρων, τη μετακύλιση του κόστους ζωής σε εμάς, την προσπάθεια κατάργησης των φοιτητικών συλλόγων και κάθε μορφής καταστολής οποιασδήποτε φωνής που αντιστέκεται».

Παρόλα αυτά, φάνηκε ότι η κατάληψη αδυνατούσε να συγκεκριμενοποιήσει το πρόταγμα της αντίστασης στην αναδιάρθρωση και να ανοίξει έτσι έναν αγώνα με επίδικα, ώστε αυτός να συσπειρώσει τον κόσμο που ασφυκτιούσε τόσο εντός όσο και εκτός πανεπιστημίων. Φάνηκε, επίσης, πως τα διάφορα ζητήματα καθημερινότητας δεν μπορούσαν να ανοίξουν δυναμικά, χωρίς τις ευθείες αναφορές στην κεντρική πολιτική σκηνή. Αυτό γιατί ο κόσμος που συμμετείχε στην πρυτανεία μοιραζόταν μια κοινή αντίληψη με το κίνημα αλληλεγγύης στον Ρωμανό. Η μη παραδοχή ότι ένας κύκλος αγώνων της προηγούμενης περιόδου έκλεινε (με την αντίσταση στην αναδιάρθρωση – μνημόνιο των τελευταίων χρόνων), μπορεί να εκκινούταν από την αυθόρμητη εναντίωση στην επιβολή της κοινωνικής ειρήνης, ωστόσο οδήγησε στην αντίληψη που αναγνωρίζει την όξυνση του κοινωνικού ανταγωνισμού ως ένα τεχνικό ζήτημα και την ένταση της κοινωνικής απειθαρχίας σαν έναν αυτοεκπληρούμενο στόχο. Αυτές οι αγκυλώσεις στην ανάγνωση του κοινωνικού ανταγωνισμού αποτέλεσαν εμπόδιο στο βάθεμα των αγωνιστικών σχέσεων διευκολύνοντας την καταστολή να κάνει την δουλειά της.

Η αδυναμία του να ανοίξουν συγκεκριμένα ζητήματα χωρίς αναφορές στην κεντρική πολιτική σκηνή φάνηκε και από το ότι μετά τη λήξη της απεργίας του Ρωμανού η δεύτερη κατάληψη της πρυτανείας τερματίστηκε. Ως πολύτιμη παρακαταθήκη έμειναν οι συντροφικές σχέσεις που δημιουργήθηκαν εντός της κατάληψης, αλλά και όλοι οι προβληματισμοί για τις νέες μορφές και τα περιεχόμενα των αγώνων απέναντι στη νέα φάση της αναδιάρθρωσης με τον ΣΥΡΙΖΑ (τότε διαφαινόμενη) κυβέρνηση.

Κάποιοι και κάποιες που συμμετείχαν στην κατάληψη της πρυτανείας


1 Ο Νίκος Ρωμανός βρισκόταν από τις 10/11 σε απεργίας πείνας σε κρίσιμη κατάσταση υγείας, διεκδικώντας τις προβλεπόμενες από τον νόμο εκπαιδευτικές άδειες. Σε όλη τη χώρα είχαν πραγματοποιηθεί δεκάδες καταλήψεις και κινήσεις αλληλεγγύης.

2 Την ίδια περίοδο, διακόσιες μετανάστριες και μετανάστες πρόσφυγες πολέμου από τη Συρία πραγματοποιούσαν από τις 19/11 απεργία πείνας στην πλατεία Συντάγματος με αιτήματα τη χορήγηση ασύλου, στέγαση και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.

3 Εν όψει 17ης Νοέμβρη, στη νομική της Αθήνας αποφασίζεται σε γενική συνέλευση, κατάληψη. Με πρυτανική εντολή στις 12/11 τα ΜΑΤ μπαίνουν στο πανεπιστήμιο προκειμένου να αποτρέψουν την υλοποίηση της απόφασης. Την επομένη φοιτητές δέχονται άγρια επίθεση από τα ΜΑΤ τόσο το πρωί που μαζεύονται για να πραγματοποιήσουν την κατάληψη, όσο και στην πορεία που καλέστηκε το απόγευμα. Ανάλογα σκηνικά υπήρξαν και στο ΠΑ.ΜΑΚ και την Α.Σ.Ο.Ε.Ε, όπου οι φοιτητές και οι φοιτήτριες απειλήθηκαν από τις πρυτανικές αρχές πως θα καλεστούν τα ΜΑΤ σε περίπτωση πραγματοποίησης γενικής συνέλευσης.

4Από την ανακοίνωση της «ανοιχτής συνέλευσης κατειλημμένης πρυτανείας» Για την ανακατάληψη του κτιρίου διοίκησης, (9/12/14)

5 Το ίδιο έργο ξαναπαίχτηκε πριν από ένα μήνα, με μεγαλύτερη επιτυχία, όταν η «πανεπιστημιακή κοινότητα» κάλεσε αντί συγκέντρωση έξω από την κατάληψη αλληλεγγύης στους φυλακισμένους απεργούς πείνας στην πρυτανεία του Ε.Κ.Π.Α

Για τα γεγονότα της 6.12.14, την αντι-βία, την καταστολή & την αλληλεγγύη

Η νίκη ανήκει σε εκείνους που θα μπορέσουν
να σπείρουν την αταξία χωρίς να την αγαπούν.
Καταστασιακή Διεθνής, νο 1, 1958.

[I]

Σάββατο 6/12/2014, λίγο μετά τις 14:00. Στην Τσιμισκή, κι ενώ η πορεία βρισκόταν στο ύψος περίπου της Αγίας Σοφίας, κάποιοι επιλέγουν να πετάξουν έναν πυρσό σε κατάστημα που εκείνη την ώρα λειτουργούσε κανονικά και ήταν γεμάτο εργαζόμενους και πελάτες. Κόσμος από την πορεία αντιδρά άμεσα, σβήνοντας την φωτιά, σπάζοντας τα τζάμια του καταστήματος για να αποφευχθεί ο κίνδυνος της ασφυξίας και βοηθώντας τον κόσμο να βγει έξω.

[II]

Αυτό δεν είναι νουάρ μυθιστόρημα, ούτε ανταπόκριση του Σόμπολου για το δελτίο των οκτώ και μισή: δεν ψάχνουμε να ταυτίσουμε το πρόσωπο του δράστη. Δεν θα ψάξουμε προβοκάτορες ή και χρήσιμους ηλίθιους. Το ζήτημα είναι πώς πετιέται ένας πυρσός σε ένα μαγαζί γεμάτο κόσμο τέσσερα χρόνια μετά τη Marfin. Το πρόβλημα είναι η εγωπαθής πολιτική αντίληψη που δεν αναζητά στους γύρω της συνοδοιπόρους, αλλά βλέπει γύρω της μόνο εχθρούς. Είναι η στάση εκείνων που θεωρούν τους εαυτούς τους θεματοφύλακες της επανάστασης, αυτοπροσδιορίζονται ως οι ειδικοί της βίας και ενδιαφέρονται περισσότερο για τη θεαματική τους αναπαράσταση παρά για το τι ακριβώς παράγει η δράση τους. Είναι ο φετιχισμός της βίας που εκφράζεται ως ένας αυτοαναφορικός βολονταρισμός αποθεώνοντας τη μορφή ως περιεχόμενο. Είναι η αντιδιαλεκτική ανάγνωση του κόσμου που ταξινομεί εν τέλει τους ανθρώπους σε δυο στεγανές-συμπαγείς κατηγορίες: οι εξεγερμένοι και οι ρουφιάνοι, αυτοί δηλαδή που «αξίζει να πεθάνουν για κάτι ανώτερο» και αυτοί που απλά «τους αξίζει να πεθάνουν». Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το προφανές, λοιπόν, οι ίδιες χειρονομίες επαναλαμβάνονται και επειδή κάποιοι δεν επιλέγουν να τις αντιπαρατεθούν. Μια στάση που θα μπορούσαμε να την πούμε και έμμεση πολιτική υπεράσπιση. Το ίδιο υποστηρίξαμε και το 2010.

[ΙΙΙ]

Δεν θέλουμε ήρωες. Πολεμάμε για να ζήσουμε, όχι για να πεθάνουμε. Δεν συγκρουόμαστε εξατομικευμένα, αλλά πολεμάμε συλλογικά γιατί δεν αντέχουμε να νιώθουμε μόνοι. Συμμετέχοντας κι εμείς στην πορεία μπήκαμε στο ZARA για να βοηθήσουμε τους ανθρώπους που κινδύνευαν από τη φωτιά. Κι είναι απλό. Δεν χωράμε δίπλα σε αυτούς που βλέπουν μια πολυεθνική στο πρόσωπο ενός εργαζόμενου και καταδικάζουν ως υπαίτιους για την ήττα μας τους πελάτες της. Με την αριθμητική δεν τα πηγαίναμε ποτέ καλά και με τη μετρησιμότητα κάθε τύπου έχουμε ανοιχτούς λογαριασμούς. Συνεπώς, οι πρακτικές που με την άνεση που μόνο το χρήμα ως γενικό ισοδύναμο διαθέτει συμψηφίζουν βιτρίνες και ανθρώπινες ζωές, θα μας βρίσκουν μπροστά τους. Η κοινωνική αντι-βία είναι μια από τις μορφές με τις οποίες εκφράζονται οι αγώνες μας και δεν προκύπτει ως μια αφηρημένη βολονταριστική επιλογή, αλλά ως μια πρακτική αναγκαιότητα που επιτάσσουν οι καταστάσεις σε ολόκληρο το κίνημα, όχι σε μια αυτάρεσκα εξεγερσιακή πρωτοπορία. Ενάντια σε πασιφισμούς και λενινισμούς κάθε είδους, επιμένουμε να μην αντιμετωπίζουμε την αντι-βία ως ένα τεχνικό ζήτημα, αλλά ως ένα αναπόσπαστο κομμάτι των αγώνων, των ταραχών και των εξεγέρσεων. Όταν αποφασίζουν να συγκρουστούν -τη στιγμή που ασκούν έμπρακτη κριτική στην καπιταλιστική σχέση- οι αγωνιζόμενοι δρουν συλλογικά και στοχευμένα, όχι εξατομικευμένα και άκριτα.

[IV]

Για να τελειώνουμε και με αυτό. Η καταστολή δεν είναι εκδικητική μανία ενός προσωποποιημένου κράτους. Είναι κομμάτι της στρατηγικής διαχείρισης της κρίσης, της αναδιάρθρωσης που έχει πια για τα καλά περάσει από πάνω μας και έχει κονιορτοποιήσει τα όποια ψήγματα ψευδαισθήσεων «δικαιοσύνης» ή «δημοκρατίας». Δεν περιμένουμε να μας σώσουν οι νόμοι τους, επειδή ακριβώς ξέρουμε ότι είναι οι νόμοι τους, και το κράτος ως αντικείμενο και αποτέλεσμα της ταξικής πάλης ακολουθεί πορεία ανάλογη του κοινωνικού συμβολαίου τα τελευταία χρόνια. Η εντατική και βίαιη απαξίωση της ζωής είναι άλλη μια στιγμή της αναδιάρθρωσης που στέλνει στα σφαγεία της τα πιο υποτιμημένα και κοινωνικά αποκομμένα τμήματα του προλεταριάτου. Στη συγκρουσιακή διαδικασία αναπαραγωγής του κεφαλαίου, το κράτος επιστρατεύει νομοθετικές ρυθμίσεις, μπάτσους, παρακρατικούς, φασίστες και δημοσιογράφους και με μια αστείρευτη δημιουργικότητα στο θάνατο στήνει πογκρόμ, στρατόπεδα συγκέντρωσης, φυλακές μέσα στις φυλακές, απεργοσπαστικούς μηχανισμούς. Έχοντας στερέψει από εναλλακτικές μοιράζει ξύλο, σπέρνει σύγχυση με δακρυγόνα και θέαμα και δολοφονεί επιδεικτικά από τα σύνορα ως τα κέντρα των πόλεων, για να καταστήσει σαφές πως η ανθρώπινη δραστηριότητα θα συνεχίσει να υπάρχει μόνο σαν ένας σωρός εμπορευμάτων. Το μήνυμα το έχουμε πάρει, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως θα αφήσουμε να απλωθεί πάνω μας η σκουριά της κοινωνικής ειρήνης: σημαίνει πως ούτε περιμένουμε επιείκεια ούτε παραπονιόμαστε γι αυτό. Αντιθέτως, θέλουμε να πολεμάμε την καταστολή κι αυτό συνεπάγεται να πολεμάμε κάθε στιγμή σε κάθε σημείο την κοινωνική σχέση που την κινητοποιεί και τη μεταχειρίζεται. Όταν οχυρωνόμαστε σε μια αντικατασταλτική ρητορική, έχουμε ήδη μπει, παίξει και χάσει στο παιχνίδι. Γιατί η νίκη τους είναι να περιοριζόμαστε στην άμυνα. Εμείς αντίθετα, έχουμε διαλέξει το πώς κινούμαστε μέσα στην κόλαση που κατοικούμε καθημερινά. Είπαμε να προσπαθήσουμε και να μάθουμε να αναγνωρίζουμε ποιος και τι, μέσα στην κόλαση, δεν είναι κόλαση, και να του δώσουμε διάρκεια, να του δώσουμε χώρο.

[V]

Η αλληλεγγύη δεν είναι απλά μια λέξη δίπλα στις άλλες. Η αλληλεγγύη δεν είναι φιλανθρωπική ή συναισθηματική εκδήλωση. Δεν είναι ένα κινηματικό ισοδύναμο που ανταλλάσσεται και κυκλοφορεί ανά περιστάσεις. Είναι η συλλογική ανάληψη πολιτικής ευθύνης για τις πράξεις που φορτώνουν ποινικές ευθύνες σε κάποιες από μας διαχωρισμένα. Είναι η αντίσταση στη διάσπαση της κοινότητας των αγωνιζομένων. Για όλα τα παραπάνω λοιπόν,

η αλληλεγγύη μας στους συλληφθέντες της 6/12

είναι δεδομένη.

Φάμπρικα Υφανέτ