Ο ρόλος του πανεπιστημίου στην διαχείρηση των μεταναστευτικών ροών

Το κείμενο που ακολουθεί αποτέλεσε την εισήγηση της εκδήλωσης «Ο ρόλος του πανεπιστημίου στη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών» της συνέλευσης Φάμπρικα Υφανέτ, που πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 2016 στο πλαίσιο του No Border Camp, που διοργανώθηκε στη Θεσσαλονίκη. Για τις ανάγκες της έκδοσης το κείμενο δημοσιεύεται ελαφρώς τροποποιημένο.

 

Από το καλοκαίρι του 2015 οι μεταναστευτικές κινήσεις, κυρίως από τη Συρία, προς χώρες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης αυξήθηκαν ραγδαία, ενώ συνεχίστηκε και η μετανάστευση από άλλες χώρες της Ασίας και της Αφρικής. Διευκρινίζουμε: αυτό δεν σημαίνει πως ξαφνικά προέκυψε το μεταναστευτικό από το πουθενά. Κίνηση μεταναστών υπήρχε και πιο πριν προς την Ευρώπη, ωστόσο τα γεγονότα στη Συρία, ανέδειξαν το μεταναστευτικό σε πρώτο ζήτημα στον δημόσιο λόγο. Η επίσημη ρητορική του ελληνικού κράτους σε σχέση με τους μετανάστες έχει διαφοροποιηθεί από τότε αρκετά. Όταν γραφόταν αυτό το κείμενο, παρακολουθούσαμε τη μετατόπιση της κυρίαρχης αντιμεταναστευτικής πολιτικής να έχει αλλάξει άρδην, κάνοντας πια λόγο για «προσφυγιά» και όχι για «λαθρομετανάστευση», για «κέντρα ανοιχτού τύπου» (κι ας τα φυλάει ο στρατός), για ανθρωπισμό, και άλλα τέτοια. Στην πορεία (όταν, δηλαδή, φάνηκε πως μεγάλο κομμάτι του κόσμου που βρισκόταν στην Ελλάδα μέχρι να συνεχίσει το ταξίδι του προς τη βόρεια Ευρώπη έχει εγκλωβιστεί εντός των ελληνικών συνόρων, οπότε και το ελληνικό κράτος καλείται να αναλάβει τη διαχείριση των πληθυσμών αυτών πέραν των όρων της προσωρινότητας), η φιλάνθρωπη ρητορική που είχε κυριαρχήσει σε πρώτο χρόνο ατόνησε και συμφιλιώθηκε πλήρως με την άλλη όψη της αντιμεταναστευτικής πολιτικής – την στρατιωτικοποίηση της διαχείρισης των μεταναστευτικών πληθυσμών[1].

 

Στο πλαίσιο αυτό, προσπαθήσαμε να διαυγάσουμε τον ρόλο του πανεπιστημίου στο μεταναστευτικό ζήτημα, έχοντας μάλιστα ήδη επιλέξει στο πλαίσιο της διοργάνωσης του No Border Camp να καταλάβουμε και να οικειοποιηθούμε χώρους του Α.Π.Θ., με στόχο να συναντηθούμε μετανάστες και αλληλέγγυες και να βρούμε τους τρόπους και τους όρους που αυτή η συνάντηση μπορεί να συνεχιστεί διανοίγοντας προοπτικές αγώνα. Το κείμενο σχηματικά χωρίζεται σε δύο σκέλη: αφενός πώς το πανεπιστήμιο, ως τμήμα του κοινωνικού εργοστασίου, στήνει ή βοηθά στο χτίσιμο της αντιμεταναστευτικής πολιτικής με πολύ άμεσο και απτό τρόπο μέσω ερευνητικών προγραμμάτων, μεταπτυχιακών κτλ. Αφετέρου, το πώς ο ίδιος θεσμός προβάλλεται στον δημόσιο λόγο ως αλληλέγγυος στους μετανάστες, ζητώντας από τους φοιτητές και τις φοιτήτριες να στελεχώσουν εθελοντικά τα κέντρα κράτησης, διοργανώνοντας φιλανθρωπικές εκδηλώσεις, εκπονώντας έρευνες με αντικείμενο τη μετανάστευση και στήνοντας συνέδρια που κόπτονται για τις συνθήκες ζωής των μεταναστών, με ομιλητές κρατικούς, στρατιωτικούς εκπροσώπους και περσόνες διεθνών οργανισμών και Μ.Κ.Ο. Όλων αυτών, δηλαδή, που με διαφορετικού επιπέδου συμβολή στήνουν και υλοποιούν τη διαχείριση και την περαιτέρω υποτίμηση των μεταναστ(ρι)ών. Δεν παραλείπει, παράλληλα, να επιτίθεται σε συλλογικότητες και διοργανώσεις, όπως το Νο Border Camp, απειλώντας με βίαιη εκκένωση ένα camp, όπου οι ίδιοι οι μετανάστες βγήκαν μπροστά, κατέβηκαν στον δρόμο διαδηλώνοντας, μιλήσανε για τις ζωές τους και τις συνθήκες διαβίωσης στα camps, σε πρώτο πρόσωπο και όχι ως θύματα, για τα οποία μπορούν να μιλήσουν μόνο κάποιοι ερευνητές και επαγγελματίες της φιλανθρωπίας. Όλα τα παραπάνω φυσικά, συνυπάρχουν αρμονικά στο πλαίσιο της ακαδημαϊκής ελευθερίας του λόγου ειδικά, και της δημοκρατίας γενικά, ως οι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος, που δεν είναι άλλο από τη διαχείριση των μεταναστευτικών πληθυσμών από το κράτος και το κεφάλαιο.

 

Το καπιταλιστικό πανεπιστήμιο

 

Το πανεπιστήμιο δεν αποτελεί ουδέτερο εξωκοινωνικό θεσμό, όπου παράγεται γνώση ανεξάρτητη και αυτόνομη, γνώση για τη γνώση. Αντίθετα, αναπαράγεται εντός του το σύνολο των καπιταλιστικών σχέσεων. Σχεδόν από την αρχή της θεσμοθέτησής του παρατηρείται η σύμπλευση της επιστήμης και της τεχνολογικής οργάνωσης με τις απαιτήσεις του κεφαλαίου. Το πανεπιστήμιο αποτελεί δυναμικό κομμάτι των σχέσεων αυτών, καθώς αφενός αναλαμβάνει την εξειδίκευση του εργατικού δυναμικού και αφετέρου είναι το μέσο οργάνωσης της έρευνας για την παραγωγή γνώσης χρήσιμης για τα αφεντικά. Λειτουργεί ως κομμάτι της παραγωγικής διαδικασίας, εναρμονισμένο με τις απαιτήσεις της αγοράς, καθώς παράγει εξειδικευμένους εργάτες και εργάτριες και επιστημονική γνώση (ή τουλάχιστον τέτοια είναι η επιδίωξη του, άσχετα με το βαθμό που καταφέρνει την παραπάνω σύνδεση ανά περιόδους). Το εκπαιδευτικό σύστημα δεν μένει ωστόσο στάσιμο, αλλά αναδιαρθρώνεται διαρκώς. Αναπροσαρμόζονται μαζί και οι φορείς της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης για να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες του κεφαλαίου. Για να επιτευχθεί αυτό, το πανεπιστήμιο μεταξύ άλλων σταδιακά ιδιωτικοποιείται, το κόστος φοίτησης μετακυλίεται στους ίδιους τους φοιτητές και τις φοιτήτριες, ενώ εντατικοποιούνται τόσο οι σπουδές, όσο και ο έλεγχος εντός του.​ Μια μικρή σημείωση εδώ: ούτε ευαγγελιζόμαστε τη δημόσια και δωρεάν παιδεία, ούτε θεωρούμε πως η ιδιωτικοποίηση των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων είναι προαπαιτούμενο της εξωτερικής χρηματοδότησης της έρευνας. Μια χαρά έχουν καταφέρει να συνυπάρχουν ως τώρα δημόσιο πανεπιστήμιο και έρευνα. Αντίθετα, όλο αυτό αποτελεί κομμάτι της συνεχούς διαδικασίας της αναδιάρθρωσης, ανάλογα με τα δεδομένα του εκάστοτε κοινωνικού σχηματισμού, για να επιτευχθεί η αναπροσαρμογή του πανεπιστημίου στις ανάγκες της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης.

 

Τόσο το ίδιο το πανεπιστήμιο, όσο και τα διάφορα ερευνητικά επιστημονικά κέντρα (περισσότερο ή λιγότερο συνδεδεμένα με τους επίσημους ακαδημαϊκούς φορείς), εκτός από κρατικές επιχορηγήσεις, οι οποίες όλο και λιγοστεύουν, χρηματοδοτούνται και από ιδιωτικούς φορείς και εταιρείες με σκοπό την παραγωγή αποτελεσμάτων έρευνας χρήσιμων για την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων.

 

Αυτή η διαδικασία δημιουργεί μια αμφίδρομη σχέση μεταξύ ακαδημαϊκής έρευνας, κράτους και επιχειρήσεων˙ μια σχέση αλληλοτροφοδοτούμενη, καθώς τα γνωσιολογικά κέντρα, τα πανεπιστημιακά ιδρύματα δηλαδή, μέσω των μεταπτυχιακών και διδακτορικών ερευνών τους, και τα ανεξάρτητα ερευνητικά κέντρα, τα οποία τροφοδοτούνται από καθηγητές και μεταδιδακτορικούς, είναι αυτά στα οποία επενδύουν υλικά και ιδεολογικά κράτος, στρατός, εθνικοί και υπερεθνικοί θεσμοί, αλλά και επιχειρήσεις. Στόχος είναι, πέρα από την παραγωγή γνώσης χρήσιμης στον εμπορευματικό κόσμο, η συνεργασία της τεχνοεπιστημονικής κοινότητας της κάθε χώρας με το κράτος, τον στρατό και το σύμπλεγμα της ασφάλειας. Έτσι, παρέχονται υποτροφίες και επιχορηγήσεις από τη μία, και από την άλλη παρέχεται η γνωσιολογική ανατροφοδότηση[2].

 

Τα πρώτα ερευνητικά κέντρα στην Ελλάδα συνδεδεμένα, αλλά και ανεξάρτητα από το εκπαιδευτικό σύστημα, που στοχεύουν καταστατικά στη σύνδεση της εκτέλεσης ερευνητικού έργου με την οικονομική ανάπτυξη, εμφανίζονται τη δεκαετία του 1920, παρουσιάζοντας λύσεις για την άνθηση της αγροτικής οικονομίας της χώρας και τη διαχείριση της οικονομικής κρίσης την επόμενη δεκαετία. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, κατά τη δεκαετία του ’70 τα ερευνητικά κέντρα προτείνουν για λογαριασμό των αφεντικών τρόπους οργάνωσης της εργασίας που αναδιαρθρώνεται, για το ξεπέρασμα της τότε κατάστασης, και παρέχουν στα κράτη συμβουλές σχετικά με τις διεθνείς τους σχέσεις. Έκτοτε, το εύρος με το οποίο καταπιάνονται, αγγίζει πληθώρα θεμάτων και σε μεγάλο βαθμό καταφέρνει ακόμη και τη χάραξη της κεντρικής πολιτικής των κρατών σε σχέση με ζητήματα, όπως η διαχείριση της κίνησης των μεταναστ(ρι)ών, η ασφάλεια, ο έλεγχος των συνοριακών γραμμών, η στρατιωτικοποίηση του ελέγχου κλπ.

 

Μάλλον τα όσα ειπώθηκαν παραπάνω, κάνουν έκδηλη τη σχέση των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων με κράτος και αφεντικά. Διάφορες σχολές, καθηγητάδες, μεταπτυχιακά ή ερευνητικά projects, χρηματοδοτούνται από εταιρείες, το ΝΑΤΟ ή τους εκάστοτε εθνικούς στρατούς για να παράξουν γνώση και καινοτομία χρήσιμη για τους διάφορους σκοπούς τους. Φυσικά, η παραγόμενη γνώση/καινοτομία δεν είναι από μόνη της καλή ή κακή, για να προλάβουμε τυχόν κατηγορίες ότι τη δαιμονοποιούμε. Μία νέα τεχνολογία μπορεί να είναι εξαιρετικά χρήσιμη στην ιατρική για τη θεραπεία της χ ασθένειας και ταυτόχρονα εξαιρετικά επικίνδυνη στα χέρια του στρατού. Δεν προτάσσουμε ούτε αφορισμούς, ούτε ευχολόγια. Οφείλουμε, ωστόσο, να δούμε το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο συμβαίνει το κάθε ερευνητικό, ποιος το χρηματοδοτεί και για ποιον, να λάβουμε υπόψη μας τις συνέχειες και ασυνέχειες μεταξύ αυτής της τάχα ουδέτερης γνώσης και επιστήμης,

 

και του στρατού, του κράτους, των αφεντικών. Έτσι μόνο, μπορούμε να καταλάβουμε την σχέση αυτή στο τώρα και να της επιτεθούμε. Εξάλλου, υπάρχει μία πληθώρα παραδειγμάτων που δικαιολογούν το να είμαστε τουλάχιστον επιφυλακτικές. Τα παραδείγματα που ακολουθούν τα αντλήσαμε από την έκδοση «Τώρα είμαστε όλοι καθάρματα. Πόλεμος, επιστήμη, ακαδημία και η λειτουργία τους στο ελληνικό παράδειγμα» που εκδόθηκε τον Γενάρη του 2016 από την ομάδα των διαρρηκτ(ρι)ών της φοιτητικής κουλτούρας.

 

Πρώτα όμως, χρειάζεται να παραθέσουμε δυο-τρία στοιχεία σχετικά με την οργάνωση και τους βασικούς οργανισμούς που διαμορφώνουν και οργανώνουν την αντιμεταναστευτική πολιτική σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ώστε να γίνει καλύτερα σαφής η σχέση τους με τα διάφορα ερευνητικά που έτρεξαν ή τρέχουν ακόμα στα ελληνικά ακαδημαϊκά ιδρύματα και έχουν να κάνουν με ζητήματα διαχείρισης της ασφάλειας των συνόρων και της κίνησης των μεταναστ(ρι)ών. Τα θεμέλια της ευρωπαϊκής πολιτικής περί συνόρων μπορούν να αναζητηθούν στο Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Έρευνας για την Ασφάλεια (E.S.P.R.) του 2004, το οποίο ενσωματώθηκε στο 7ο Πρόγραμμα-πλαίσιο για την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη με διάρκεια εφαρμογής από το 2007 ως το 2013. Κατά τα χρόνια αυτά, δημιουργείται η θεσμική υποδομή για την υποστήριξη της έρευνας εξοπλισμών ασφαλείας και ένα και κάτι δις πηγαίνει σε διάφορα ερευνητικά που αναλαμβάνουν εταιρείες οπλικών συστημάτων σε συνεργασία με ακαδημαϊκά ιδρύματα. Το 2005 δημιουργείται η Ευρωπαϊκή Διεύθυνση για τον Συντονισμό των Επιχειρήσεων στα Εξωτερικά Σύνορα (FRONTEX) υπό την επιτήρηση της οποίας λειτουργεί το EUROSUR (σύστημα συντονισμού επιτήρησης) που ενεργοποιήθηκε το 2013. Το σύστημα αυτό ουσιαστικά επεξεργάζεται όλες τις πληροφορίες που παρέχουν οι συνοριοφύλακες των κρατών-μελών της Ε.Ε. και οι αποστολές της FRONTEX παρέχοντας μία συνολική εικόνα των μετακινήσεων των μεταναστευτικών πληθυσμών. Επίσης, αναφέρουμε την Κοινή Πολιτική για την Άμυνα και την Ασφάλεια (C.S.D.P.), το στρατιωτικό σκέλος της ευρωπαϊκής επιτροπής, που αναβαθμίστηκε το 2014. Στόχος της, μεταξύ άλλων, είναι η χρηματοδότηση για έρευνα και ανάπτυξη των εξοπλισμών (ενδεικτικά: στόλος μη επανδρωμένων αεροσκαφών), όσο και οι απαραίτητες θεσμικές προσαρμογές, ώστε οι εξοπλισμοί αυτοί να μπορούν να χρησιμοποιηθούν και στο αστικό περιβάλλον. Τέλος, το «Ορίζοντας 2020» προβλέπει κάτι παραπάνω από 4,5 δις για την περαιτέρω ανάπτυξη του Ευρωπαϊκού Συστήματος Διαχείρισης των Συνόρων μέσω του Ταμείου Εσωτερικής Ασφάλειας. Το Α.Π.Θ. πραγματοποίησε μέσα στον Ιούνη του 2016 ημερίδα σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, για την ενημέρωση και υποστήριξη ερευνητών του Α.Π.Θ. σχετικά με το πρόγραμμα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας (E.R.C.) που θα τρέξει στα πλαίσια του «Ορίζοντα 2020». Κι άλλα δις κι άλλα ερευνητικά δηλαδή.

 

2-3 παραδείγματα ερευνητικών από τα ελληνικά Α.Ε.Ι.

 

Ι. JASON

 

Χρονοδιάγραμμα: 2013-2015

 

Έτρεξε από το εργαστήριο Φωτογραμμετρίας της σχολής Τοπογράφων/Αγρονόμων του Ε.Μ.Π.. Σύμφωνα με την επίσημη περιγραφή του προγράμματος, «επιχειρεί να ερευνήσει τεχνολογίες στο πεδίο του μηχανικού, προκειμένου να υλοποιήσει ένα έξυπνο σύστημα που συνδυάζει δορυφορικά συστήματα, τεχνολογίες τηλεπικοινωνιών, αλγόριθμους φωτογραμμετρίας και εξαγωγή μετρήσεων από συλλογές εικόνων που λαμβάνονται από επίγειους και εναέριους δέκτες, προκειμένου να επιτύχει καλύτερη επίβλεψη των συνόρων». Και αλλού: «για την στήριξη των κρατών-μελών στις προσπάθειές τους για τη μείωση του αριθμού των παράνομων μεταναστών που εισέρχονται στην Ε.Ε.».

 

Συντονίστρια εταιρεία του ερευνητικού η SpaceHellas. Το Ε.Μ.Π. συνεργάστηκε επίσης, στα πλαίσια του προγράμματος, και με την IridaLabs. Οι δύο αυτές εταιρείες αποτέλεσαν τους πυλώνες και ενός άλλους προγράμματος, με την ονομασία ACRITAS, που έτρεξε το 2013, και στόχο είχε την κατασκευή ενός ολοκληρωμένου συστήματος διαστημικού ελέγχου των συνόρων. Αξίζει να σημειωθεί, η σχέση της IridaLabs με την Ακαδημία, αφού η εταιρεία στήθηκε από ερευνητές του Πανεπιστημίου Πατρών και ασχολείται με την παραγωγή τεχνολογιών αναγνώρισης προσώπων και κίνησης. Τέλος, άλλοι συνεργάτες στο JASOΝ

 

είναι το εργαστήριο ηλεκτρονικής του τμήματος Φυσικής του Πανεπιστημίου Πατρών και το εργαστήριο κινητών ραδιοεπικοινωνιών του Ινστιτούτου Συστημάτων Επικοινωνιών και Υπολογιστών (Ε.Μ.Π.).

 

ΙΙ. Wall against migration (φράχτης στον Έβρο)

 

Έτη κατασκευής: 2011-12

 

  • κατασκευή του φράχτη στον Έβρο συμπεριλαμβάνεται στο «ολοκληρωμένο πρόγραμμα διαχείρισης των συνόρων για την αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης», όπως είναι η επίσημη ονομασία του. Σε αυτό συμπεριλαμβάνονται, εκτός από την ανύψωση του φράχτη, μια σειρά από τεχνολογίες ελέγχου, όπως η προμήθεια με αυτοκινούμενα εξοπλισμένα με θερμικές κάμερες και η εγκατάσταση συστήματός radar για την επιτήρηση των θαλάσσιων συνόρων.

 

  • κατασκευή τόσο του φράχτη, όσο και των υπόλοιπων τεχνολογιών ελέγχου, συγχρηματοδοτήθηκε από εθνικούς πόρους και το Ταμείο των Εξωτερικών Συνόρων της Ε.Ε., ενώ η υλοποίηση τους έγινε εξ ολοκλήρου σε εργαστήρια του Ε.Μ.Π. Αν λογαριάσουμε συνεπώς, τη συμμετοχή αυτού του πανεπιστημιακού ιδρύματος και στα προγράμματα Jason και Poseidon, σκιαγραφείται ένας χάρτης συμφερόντων γύρω από το στρατοβιομηχανικό σύμπλεγμα, μέσα στο οποίο οι ακαδημαϊκοί του ιδρύματος έχουν κάθε λόγο να περηφανεύονται για τα κατορθώματά τους.

 

ΙΙΙ. POSEIDON

 

Τέλος, ένα ακόμη ερευνητικό πρόγραμμα του Ε.Μ.Π., το οποίο παρέδωσε πρόσφατα τα αποτελέσματα της έρευνάς του, είναι το POSEIDON. Σύμφωνα με την παρουσίαση του προγράμματος, αυτό προτείνει ως απάντηση «στη λαθρομετανάστευση διαμέσου των θαλάσσιων οδών, τη λαθρεμπορία και την παράνομη αλιεία», «την ανάπτυξη ενός ευφυούς, οικονομικού και βιώσιμου συστήματος επιτήρησης θαλάσσιου χώρου με τη χρήση συστοιχιών καμερών και δικτύου αισθητήρων. Το σύστημα θα εντοπίζει, θα παρακολουθεί και θα εστιάζει σε πλωτά μέσα και επιβάτες ακόμα και υπό συνθήκες χαμηλού φωτισμού, κυματισμού ή άλλες καιρικές συνθήκες, ενώ θα ειδοποιεί έγκαιρα τις αρχές. Επιπρόσθετα, θα μπορεί να τοποθετείται σε δυσπρόσιτες περιοχές».

 

Συμπερασματικά, ακούμε από διάφορες μπάντες να ευαγγελίζονται ένα πανεπιστήμιο ουδέτερο, όπου μέσα του θεραπεύονται οι αντικειμενικές επιστήμες, η γνώση για την ευχαρίστηση της γνώσης. Θέση μας είναι πως δεν υπάρχει τέτοιο πανεπιστήμιο, τέτοια γνώση, τέτοια επιστήμη. Το πανεπιστήμιο είναι αναπόσπαστο κομμάτι της καπιταλιστικής μηχανής. Η σύνδεσή του με τα προγράμματα σαν τα παραπάνω, με την παραγωγή γνώσης και τεχνολογίας για τον στρατό στα σύνορα, δεν είναι παρεκτροπή της λειτουργίας του, αλλά εγγενές της κομμάτι. Η τεχνολογία που παράγεται δεν είναι ούτε ουδέτερη, ούτε αθώα, όπως ίσως μπορεί να αμυνθούν μεταπτυχιακοί, διδάκτορες και καθηγητές. Η τεχνολογία που παράγεται στα προγράμματα αυτά, χρηματοδοτούμενη από στρατό, FRONTEX, NΑΤΟ κλπ, επιστρέφει ακριβώς εκεί, και δεν κάνει άλλο από το να εμπλουτίζει τους τρόπους με οποίους οργανώνεται αυτή την στιγμή ο θάνατος των μεταναστ(ρι)ών στα χερσαία και υδάτινα σύνορα της Ευρώπης.

 

Όλα τα παραπάνω, είναι αρκετοί λόγοι, ώστε τα μέιλ που έρχονταν ανά διαστήματα από την αρχή της περσινής ακαδημαϊκής χρονιάς στα πανεπιστημιακά μας μέιλ και ζητούσαν εθελοντές στα κέντρα κράτησης ή μας ενημέρωναν πως τα ιδρύματα στέκονται αλληλέγγυα στους μετανάστες και τις μετανάστριες, μας φαίνονται αστεία ή και τραγικά. Παρόλα αυτά, δεν πιστεύουμε πως όλα αυτά αποτελούν μια ανεξήγητη αντίφαση. Από τη μία, τα αλισβερίσια που περιγράφηκαν παραπάνω και, από την άλλη, η δημόσια φιλανθρωπική ρητορική, αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, σε αγαστή σύμπνοια με την κρατική αντιμεταναστευτική πολιτική, που οργανώνει τον θάνατο στα σύνορα μέσω του στρατού και παράλληλα κάνει λόγο για «προσφυγική κρίση» προωθώντας τη φιλανθρωπία.

 

Λίγα λόγια για τη φιλανθρωπία που μας πλασάρεται ως αλληλεγγύη (και) μέσα στο πανεπιστήμιο

 

Από το καλοκαίρι του 2015 σχηματικά, έχει αλλάξει άρδην η επίσημη ρητορική του ελληνικού κράτους αναφορικά με το μεταναστευτικό προς μία ανθρωπιστική κατεύθυνση. Οι «λαθρομετανάστες»

 

μετονομάστηκαν σε «πρόσφυγες», στους οποίους ο ελληνικός λαός πρέπει να σταθεί αλληλέγγυος κατά το γνωστό «οι παππούδες μας πρόσφυγες, οι γονείς μας μετανάστες». Ανασυστήνεται έτσι, η εθνική ενότητα, στο όνομα μιας ντεμέκ αλληλεγγύης, η οποία αποκρύπτει όλους τους ευφάνταστους τρόπους, με τους οποίους το αθάνατο ελληνικό επιχειρηματικό δαιμόνιο αντλεί κέρδος από τους μετανάστες, συμμετέχοντας σε μια μεγάλη αλυσίδα οικονομικής εκμετάλλευσης που ξεκινά από τους μπάτσους στα σύνορα και τελειώνει στα ελληνικά μαγαζιά στα νησιά, ενώ παράλληλα καταφάσκει και εμπεδώνει τον διαχωρισμό μεταξύ ντόπιων και ξένων, του οικείου και του Άλλου. Από αυτόν τον διαχωρισμό εκκινούν και οι διάφορες φιλανθρωπικές δράσεις που εκπορεύονται και από το πανεπιστήμιο.

 

Την περσινή ακαδημαϊκή χρονιά, μέχρι και το καλοκαίρι του ‘16 που γράφτηκε αυτό το κείμενο, το Α.Π.Θ. μας ενημέρωνε διαρκώς μέσω των πανεπιστημιακών μας μέιλ πως «στο πλαίσιο του κοινωνικού ρόλου του ιδρύματος, αποφάσισε να συμβάλει ουσιαστικά στον αγώνα για την παροχή βοήθειας προς τους πρόσφυγες κατά την παραμονή τους στη χώρα μας». Ο «αγώνας» του Α.Π.Θ. περιλάμβανε την άμισθη εργασία των φοιτητ(ρι)ών στα κέντρα κράτησης στα Διαβατά και αλλού, σε διάφορους τομείς (εγκατάσταση ασύρματων δικτύων, απασχόληση παιδιών), τη διοργάνωση συναυλιών «αλληλεγγύης», όπου συγκεντρώνονταν πακέτα μακαρόνια για τους μετανάστες και χρηματικό αντίτιμο για τους διοργανωτές, και την αποστολή μερίδων φαγητού από τη φοιτητική λέσχη του Α.Π.Θ. στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, όπου διέμεναν μετανάστριες. (Την ίδια στιγμή, βέβαια, και μέχρι σήμερα, το Α.Π.Θ. απαγόρευε την είσοδο στις εγκαταστάσεις της λέσχης σε άνεργους ή μετανάστες). Τέλος, μια μερίδα προοδευτικών ακαδημαϊκών έχει βγει στο προσκήνιο με αφορμή το ζήτημα των μεταναστ(ρι)ών, οργανώνοντας συνέδρια, έρευνες στα πλαίσια προπτυχιακών μαθημάτων κλπ. Σε αυτό θα επανέλθουμε στη συνέχεια.

 

Γιατί καταδεικνύουμε αυτές τις κινήσεις του Α.Π.Θ., ενώ πολύ πιο σημαντικές ροές κεφαλαίων από και προς τα ιδρύματα στήνουν την αντιμεταναστευτική πολιτική, θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς. Επειδή, δεν θεωρούμε πως η λογική της φιλανθρωπίας είναι κάτι ξέχωρο ή αντιπαραθετικό προς την αντιμεταναστευτική πολιτική. Η τελευταία στοχεύει πάγια στον έλεγχο και τη διαχείριση της κίνησης των μεταναστ(ρι)ών, έτσι ώστε να διασφαλίζονται τα συμφέροντα κράτους και κεφαλαίου. Μπορεί οι «λαθρομετανάστες» να μετονομάστηκαν σε «πρόσφυγες» και η ανθρωπιστική ρητορική να κυριαρχεί στη δημόσια σφαίρα, ωστόσο η στρατιωτικοποίηση του συστήματος διαχείρισης των μεταναστών το τελευταίο διάστημα, με την αστυνομία και τον στρατό να αναλαμβάνουν ένα μεγάλο κομμάτι του, καταδεικνύει ξεκάθαρα πως, όσο φιλανθρωπικά και αν αυτό επενδύεται σε επίπεδο ρητορικής, η αντιμεταναστευτική πολιτική (με τους διαχωρισμούς που επιβάλλει, την παρανομοποίηση των μεταναστών και την καταστολή), έχει στον πυρήνα της ως στόχο να εξασφαλίσει πως οι μετανάστ(ρι)ες θα παραμείνουν ένα πειθαρχημένο, φθηνό και εύκολα διαχειρίσιμο εργατικό δυναμικό. Οι όποιες φιλάνθρωπες κινήσεις μπορεί να κάνουν σε έναν βαθμό τους όρους της διαχείρισης αυτής πιο υποφερτούς, απαντώντας σε μεγάλο βαθμό στις πραγματικές ανάγκες των μεταναστ(ρι)ών, από την άλλη, όμως, θεσμίζουν και κανονικοποιούν τη φιλανθρωπία ως μετωνυμία της αλληλεγγύης. Η «αλληλεγγύη» δεν ενοχλεί και προωθείται όσο εκπορεύεται από το κράτος, το πανεπιστήμιο, τις Μ.Κ.Ο. και τα κάθε είδους μαγαζιά που απομυζούν κονδύλια και κέρδη στις πλάτες των μεταναστών˙ δεν ενοχλεί όσο βαφτίζεται ως τέτοια η άμισθη εργασία των εθελοντών, οι οποίοι, αν και εκκινούν από μια ανθρωπιστική σκοπιά του ζητήματος (που όμως δεν βλέπει στα πρόσωπα των μεταναστριών παρά θύματα), δεν προσπαθούν να στήσουν κοινούς αγώνες με τις μετανάστριες για την ανατίμηση της ζωής, αλλά συνεισφέρουν στην μετακύλιση του κόστους επιβίωσης των μεταναστών από το κράτος στην κοινωνία˙ δεν ενοχλεί όσο η «αλληλεγγύη» αυτή έρχεται να ενδυναμώσει την κοινότητα του έθνους, γινόμενη εθνική αλληλεγγύη του «λαού που ξέρει από προσφυγιά», αποκρύπτοντας την εκμετάλλευση των μεταναστών και επικυρώνοντας τον μεταξύ μας διαχωρισμό.

 

 

προοδευτική ακαδημία, μετανάστες, κίνημα

 

Στο φιλανθρωπικό προφίλ του πανεπιστημίου, όπως περιγράφηκε παραπάνω, εγγράφεται μια άλλη μερίδα ερευνητικών προγραμμάτων, κυρίως αυτά των ανθρωπιστικών σπουδών. Τις τελευταίες δεκαετίες έχει λάβει χώρα μία στροφή στον τομέα των ανθρωπιστικών – κοινωνικών επιστημών, σε σύμπλευση με τις μεταποικιακές σπουδές. Το ανθρωπολογικό ενδιαφέρον στρέφεται από τις αποικίες στη μητρόπολη, και κυρίως σ’ αυτές της ευρωπαϊκής περιφέρειας, όπου το υλικό παρουσιάζεται άφθονο. Το αντικείμενο της έρευνας χάνει τον μακρινό, εξωτικό του χαρακτήρα και προσλαμβάνει τα χαρακτηριστικά του κοινωνικού -πολιτισμικού φαινομένου, πολύ πιο κοντινού στην πραγματικότητα, κοινωνική και ιστορική, των ίδιων των ερευνητ(ρι)ών.

 

Αποτέλεσμα αυτών είναι η εμφάνιση πλήθους ανθρωπολογικών και άλλων ερευνών με επίκεντρο υποκείμενα και ομάδες, τους τρόπους οργάνωσής τους/μας, τις κοινωνικές σχέσεις στις οποίες μετέχουν/με, τις αντιστάσεις που αυτά φέρουν/με, τη μετανάστευση, τα κοινωνικά κινήματα – συχνά από ανταγωνιστική σκοπιά. Πολλές φορές παρατηρούμε, πως η συλλογική μας κίνηση αποτελεί πρώτη ύλη για διάφορες ερευνητικές εργασίες ή αντικείμενο διατριβών. Αξίζει μάλλον να ειπωθεί, πως δεν θεωρούμε ότι τα παραπάνω συμβαίνουν εντός της Ακαδημίας, έξω και ανεξάρτητα από τον κοινωνικό ανταγωνισμό, καθώς το ίδιο το πανεπιστήμιο αποτελεί κομμάτι του σε πολλαπλά επίπεδα. Με όρια και προβληματικές που θα αναλυθούν στη συνέχεια, τέτοια φαινόμενα οξύνουν σε έναν βαθμό τον ανταγωνισμό εντός ενός συγκεκριμένου κοινωνικού πεδίου. Από την άλλη, η ενασχόληση ακαδημαϊκών με το κίνημα στην παρούσα συγκυρία, γίνεται αντιληπτή και ως απόρροια της ταξικής πάλης τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα. Η επιλογή μερίδας του κόσμου του κινήματος να ασκεί πολιτική κριτική και δράση μέσα από την εργασία του, στο πανεπιστήμιο, αλλά και αλλού, αποτελεί άλλη μία όψη της ήττας των κινημάτων.

 

Η γνώση που παράγεται μέσα στα ακαδημαϊκά ιδρύματα, προφανώς εγγράφεται μέσα στο πλαίσιο του πανεπιστημίου, που, όπως περιγράφηκε στο πρώτο μέρος του κειμένου, δεν μπορεί να ιδωθεί ως αποκομμένος ουδέτερος χώρος παραγωγής αντικειμενικής γνώσης. Το πλαίσιο αυτό υπαγορεύει και τους όρους με τους οποίους η γνώση αυτή ανα-παράγεται ως σχέση (ως σχέση διαχωρισμένης διανοητικής εργασίας, ως σχέση εργασιακής εκμετάλλευσης και ανταγωνισμού εντός της ακαδημαϊκής ιεραρχίας, ως χτίσιμο καριέρας). Ωστόσο, η υπαρκτή διαλεκτική σχέση μεταξύ της γνώσης/θεωρίας που παράγεται εντός της Ακαδημίας και των ριζοσπαστικών κινημάτων, καθιστά δύσκολο ή και προβληματικό το να υψώσουμε έναν τοίχο μεταξύ των δύο, προσπαθώντας να υπερασπιστούμε κάποιου είδους «καθαρή» επαναστατική θεωρία. Η γενεαλογία βέβαια, της σχέσης αυτής δεν μπορεί να αναλυθεί εδώ, καθώς ξεφεύγει από το κεντρικό θέμα του κειμένου, δηλαδή τη διάρθρωση της σχέσης αυτής όσον αφορά το μεταναστευτικό τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα.

 

Τα ελληνικά πανεπιστήμια έχουν να επιδείξουν μια σειρά ερευνών ανθρωπολογικών, κοινωνιολογικών κλπ, οι οποίες, ειδικά τα τελευταία χρόνια με την αύξηση των μεταναστευτικών μετακινήσεων προς την Ευρώπη, τοποθετούν ως αντικείμενο της έρευνάς τους τόσο τους ίδιους τους μετανάστες και τις μετανάστριες, όσο και τις μορφές αλληλεγγύης που εμφανίζονται γύρω από αυτούς.

 

Σε αντίθεση με τις τεχνοεπιστημονικές έρευνες, τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά με τις ανθρωπιστικές: μερικοί πρόθυμοι φοιτητές για εθελοντισμό, καμία χρηματοδότηση, κανένας εξοπλισμός, μονάχα ένα αυτοκίνητο και το σημειωματάριο για την καταγραφή της επαφής με τους μετανάστες και έτοιμες για Ειδομένη.

 

Και τι εννοούμε με αυτό; Την περασμένη πλέον ακαδημαϊκή χρονιά, τόσο στο Α.Π.Θ., όσο και στα υπόλοιπα τμήματα ανθρωπολογίας στο Ε.Κ.ΠΑ. και στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, παραδίδονταν μαθήματα ανθρωπολογίας, στα οποία με αντάλλαγμα τον βαθμό, οι φοιτητές και οι φοιτήτριες έπρεπε να συμμετάσχουν σε ορισμένα project ανθρωπολογικής επιτόπιας έρευνας στην Ειδομένη, τα camps και σε χώρους μετεγκατάστασης μεταναστών. Σε αυτά, οι φοιτήτριες, υπό την επίβλεψη του καθηγητή και του διδακτορικού του επιτελείου, θα έρχονταν σε άμεση επαφή με τους μετανάστες, την τοπική κοινωνία, τις εθελόντριες, ακόμη και τις συνελεύσεις αλληλέγγυων, για να εξάγουν συμπεράσματα σχετικά με την κατάσταση των μεταναστ(ρι)ών, τις προσωπικές τους μαρτυρίες για τον πόλεμο και την μετακίνηση, την

 

πρόσληψη της κατάστασης από την τοπική κοινωνία και τους λόγους που οδηγούν πολιτικές συλλογικότητες να σταθούν αλληλέγγυες ή ακόμη και να χτίσουν από κοινού κοινότητες με τις μετανάστ(ρι)ες. Επιπλέον, μερίδα ακαδημαϊκών σε συνέδρια, ημερίδες κλπ, εγκαλούσαν (και εγκαλούν) την ακαδημαϊκή κοινότητα, τους φοιτητές, τους διδακτορικούς, άλλους καθηγητές, να συνδράμουν με το έργο τους, παράλληλα με τη μετατόπιση των ίδιων των ανθρωπιστικών επιστημών, στην ευαισθητοποίηση της κοινωνίας στεκόμενοι «αλληλέγγυοι» στους μετανάστες.

 

Μπορεί όντως αυτή η τάση της Ακαδημίας να επηρεάζει τη μεταναστευτική πολιτική, προωθώντας τη θέσμιση ευνοϊκότερων όρων όσον αφορά τη διαχείριση των μεταναστ(ρι)ών. Ωστόσο, τα κινήματα, στα οποία υπάρχουμε, δεν τα ενδιαφέρει η υποτίμηση των μεταναστών να πάρει ανθρωπιστικότερα χαρακτηριστικά. Γιατί γνωρίζουμε πως, ακόμα και έτσι, η διαχείρισή τους θα προωθεί την υποτίμησή τους, αναπαράγοντας την ίδια κοινωνική σχέση που παράγει και τη δική μας υποτίμηση˙ πως το ξεπέρασμα της «προσφυγικής κρίσης», όπως την ονομάζουν, με τέτοιους όρους θα είναι μόνο προς όφελος των αφεντικών. Αυτό που επιδιώκουμε είναι να συναντηθούμε και να αγωνιστούμε εναντίον της υποτίμησής μας από κοινού. Τέτοιες προσπάθειες έγιναν τόσο μέσα από την κατάληψη στέγης μεταναστ(ρι)ών του Ορφανοτροφείου, όσο και με τη διοργάνωση του No Border Camp, που διάνοιγαν προοπτικές αγώνα και συνάντησης πέρα από τα όρια της φιλανθρωπικής διαχείρισης που προωθεί η κρατική μεταναστευτική πολιτική. Η δυναμική των σχέσεων που άρχισαν να δημιουργούνται μέσα σ’ αυτά τα εγχειρήματα, η παρουσία των μεταναστών με όλο και μεγαλύτερη συχνότητα στο κέντρο της πόλης λόγω αυτών, αλλά και οι προοπτικές αγώνα, ήταν ό,τι τα κατέστησε επικίνδυνα, και τελικά προκάλεσε την καταστολή τους. Τέλος, συνετέλεσε στην απόφαση καταστολής των εγχειρημάτων αυτών (στο ίδιο πλαίσιο εκκενώθηκαν η κατάληψη Hurija που δημιουργήθηκε αμέσως μετά το No Border Camp, και η κατάληψη στη λεωφόρο Νίκης), η αναγκαιότητα απάντησης με θεαματικούς όρους στο επίπεδο του δημόσιου λόγου από την πλευρά του κράτους.

 

Σε αυτό το πλαίσιο, οι ποσοτικές και ποιοτικές έρευνες, οι ανθρωπολογικές αναλύσεις σχετικά με τους μετανάστ(ρι)ες, τα κινήματα, τους αλληλέγγυους, ενδιαφέρει το κράτος, καθώς είναι η ματιά του πάνω στις αντιστάσεις εναντίον του. Όλες οι έρευνες και τα προγράμματα, άσχετα με την πρόθεση του ερευνητή ή της ερευνήτριας, βρίσκονται πάντα στην υπηρεσία κράτους και κεφαλαίου και συμβάλλουν, περισσότερο ή λιγότερο, στη χάραξη τόσο της μεταναστευτικής πολιτικής, όσο και της κρατικής πολιτικής σχετικά με τη διαχείριση των κινημάτων.

 

Σαν απόρροια των παραπάνω, προκύπτει το να είμαστε επιφυλακτικές κάθε φορά που η συλλογική μας κίνηση αποτελεί αντικείμενο έρευνας σε ακαδημαϊκά project, μεταπτυχιακά και διατριβές, άσχετα με την εμπλοκή του εκάστοτε ερευνητή και ερευνήτριας στις διαδικασίες μας. Οι λογικές που ευαγγελίζονται την εκούσια αλληλεπίδραση μεταξύ Ακαδημίας και κινημάτων έχουν στον πυρήνα τους έναν διαχωρισμό μεταξύ σκέψης (θεωρίας) και πράξης. Οι ακαδημαϊκοί, δηλαδή, παράγουν τη θεωρία και τα κινήματα βάζουν τα χέρια. Για μας, τα κινήματα δεν χρειάζονται ακαδημαϊκούς να χαράξουν στρατηγικές για τα ζητήματα που θέτουν, ούτε να παράξουν τη θεωρία πίσω από την δράση τους. Τα κινήματα αναστοχάζονται πάνω στην κίνησή τους και με βάση αυτή τη συλλογικά επεξεργασμένη εμπειρία παράγουν τη θεωρία τους. Επιπρόσθετα, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε, πως όλη αυτή η ερευνητική παραγωγή, σε αντίθεση με τη συλλογική αποτύπωση της κινηματικής εμπειρίας «για τους σκοπούς του ανταγωνιστικού κινήματος», όπως συνηθίζουμε να γράφουμε στα έντυπα που εκδίδουμε, φέρει ατομικά ονόματα συγγραφέων και συνεργατών συμβάλλοντας στο γέμισμα του εκάστοτε βιογραφικού. Τα συλλογικά περιεχόμενα και πρακτικές μας γίνονται μεταπτυχιακά, διδακτορικά και papers, μετατρέποντας τη συλλογική εμπειρία σε ατομικό κεφάλαιο. Ας μην ξεχνάμε πως υπάρχουν εξίσου προοδευτικοί ακαδημαϊκοί κύκλοι που υπόσχονται καριέρες. Κάπου εκεί, αναδεικνύεται μία γραμμή, η οποία συχνά γίνεται δυσδιάκριτη, μεταξύ προοδευτικής Ακαδημίας και κινημάτων.

 

Όλα τα παραπάνω, λοιπόν, είναι μια προσπάθεια ανάλυσης αυτού που ζούμε μέσα κι έξω από το πανεπιστήμιο˙ μια προσπάθεια κατανόησης του πλέγματος των κοινωνικών σχέσεων, μέσα στις οποίες

 

υπάρχουμε και προσπαθούμε να εφεύρουμε τους τρόπους και τους όρους συνάντησής μας με τους μετανάστες και τις μετανάστριες, όχι για να τους/τις παρατηρήσουμε και μελετήσουμε σαν κάτι Άλλο και ξένο, αλλά θέλοντας να αγωνιστούμε και να ζήσουμε μαζί. Δεν ειπώθηκαν λοιπόν, για να πούμε εδώ τι να κάνουμε, αλλά μάλλον πιο πολύ για να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι κάνουμε, τι όρια και τι προοπτικές ανοίγονται μπροστά μας, ένα είδος ««θεωρίας»», ας πούμε, που κοιτά προς την άρση του διαχωρισμού μεταξύ θεωρίας και πράξης, που δεν είναι διατριβή, αλλά η αποτύπωση της συλλογικής μας κίνησης, που δεν χωράει σε βιογραφικά, αλλά στις διαδικασίες του κινήματος για την όξυνση του ανταγωνισμού (προς όφελός μας).

 

Υποσημειώσεις:

 

[1] Για περεταίρω ανάλυση βλέπε κείμενο «Μετανάστευση, ανθρωπισμός και η ιδιότητα του πολίτη» , σελ. ????

[2] Στο παρόν κείμενο δεν θα αναλύσουμε σε βάθος τους λόγους που στη σημερινή συγκυρία πολύς κόσμος επιλέγει να κάνει μεταπτυχιακό ή διδακτορικό. Αντιλαμβανόμαστε τις επιλογές αυτές σε έναν βαθμό ως κομμάτι της αναδιάρθρωσης της εκπαίδευσης, αλλά και της ίδιας της εργασίας. Εν πολλοίς, οι επιλογές αυτές γίνονται πλέον με όρους επιβίωσης σε συνθήκες επισφάλειας, και όχι (ή όχι πάντα) καριερισμού, καθώς η αναδιάρθρωση της εργασίας έχει κατακερματίσει τις κοινότητες που συγκροτούνταν εντός των εργασιακών χώρων και διεκδικούσαν συλλογικά την ανατίμησή τους, έχει επιβάλλει την αναγκαιότητα για διαρκή εξειδίκευση με σπουδές, προγράμματα επιμόρφωσης και δια βίου μάθησης, ενώ η ίδια η μορφή της εργασιακής σχέσης έχει γίνει σε μεγάλο βαθμό αβέβαιη και ατομική υπόθεση για την καθεμία, μέσα από την προώθηση νέων εργασιακών μοντέλων, όπως τα κοινοφελή, τα voucher κτλ.

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *